Skip to content

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΜΑΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ

ΒΡΕΙΤΕ ΤΗΝ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ (ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΜΕΡΟΣ)

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΓΓΕΝΕΙΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ

20/11/2011

     Φιλοξενούμε άρθρο του κ. Μελέτη Η. Μελετόπουλου, Διδάκτορος Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης.

   Η κυβέρνηση Παπαδήμου πάσχει από τρεις βασικές εγγενείς  αντιφάσεις, που δημιουργούν  σοβαρή αμφιβολία για την ευόδωση των σκοπών της.

   1. Η σωφροσύνη θα επέτασσε ο κ. Λουκάς Παπαδήμος να σχηματίσει μία ολιγομελή κυβέρνηση προσωπικοτήτων, χωρίς απολύτως καμμία σχέση με το πολιτικό σύστημα που οδήγησε την χώρα στην πρωτοφανή χρεωκοπία. Αντ’ αυτού, δέχθηκε πλήρως τους όρους των κομμάτων που τον κάλεσαν να «κυβερνήσει». Δέχθηκε ως αντιπροέδρους τους δύο αποτυχημένους, δημόσια προπηλακιζόμενους και  βαλλόμενους πανταχόθεν αντιπροέδρους του προκατόχου του. Του επεβλήθη το ίδιο οικονομικό επιτελείο, που απέτυχε παταγωδώς, δύο χρόνια τώρα, να επιλύσει και το παραμικρό πρόβλημα. Και σχημάτισε μία τερατώδη παλαιοκομματική κυβέρνηση 49 μελών, που εκπροσωπούν όλο σχεδόν το φάσμα του πολιτικού συστήματος που ευθύνεται για την κατάρρευση της χώρας.

    Ας φανταστεί κανείς τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1910 να σχηματίζει κυβέρνηση με υπουργούς τους παλαιοκομματικούς πολιτευτές που είχαν οδηγήσει την Ελλάδα στην χρεωκοπία του 1893 και στον εξευτελισμό του 1897. Ας φανταστεί κανείς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να σχηματίζει κυβέρνηση, το 1974, από εκπροσώπους του οικτρού καθεστώτος που οδήγησε την Ελλάδα στην εθνική τραγωδία της Κύπρου.

   Όσοι φαντασιώνονται τον κ. Παπαδήμο ως την προσωπικότητα που θα ανατρέψει το σύστημα, ας θυμηθούν ότι υπήρξε στενός συνεργάτης των πρωθυπουργών και διορισμένος τραπεζίτης των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης. Γνωρίζει καλά, εκ των έσω, το ελληνικό πολιτικό σύστημα, αφού επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου, τον Δεκέμβριο του 1993, διορίστηκε υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, και διοικητής τον Οκτώβριο του 1994. Από το 2002 έως το 2010 ήταν αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (με ελληνική κυβερνητική υπόδειξη) και μετά την αποχώρησή του μέχρι την πρωθυπουργοποίησή του διετέλεσε άμισθος σύμβουλος του οικτρά αποτυχημένου πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου. Επομένως, αν και τονίστηκε ιδιαίτερα το επιστημονικό προφίλ του, πολιτικά είναι οργανικό μέρος του συστήματος της Μεταπολίτευσης. Αυτό εξηγεί την έλλειψη οποιουδήποτε όρου και διαπραγματευτικής ισχύος εκ μέρους του. («Δέχομαι την εντολή, αλλά θα σχηματίσω μία κυβέρνηση 15 εξωκομματικών προσωπικοτήτων, θα εισπράξω την 6η δόση, θα καταθέσω ένα πολυνομοσχέδιο-εξπρές με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και θα διεξαγάγω εκλογές τον Ιανουάριο», όφειλε να απαντήσει προκειμένου να έχει κάποια ελάχιστη πιθανότητα επιτυχίας).

    Στο εσωτερικό της κυβέρνησης Παπαδήμου είναι εγκατεστημένος ο σκληρός πυρήνας του παλαιοκομματισμού, οι αξιωματούχοι των κομμάτων που οδήγησαν την Ελλάδα στην διάλυση, οι κομματάνθρωποι και οι ευνοούμενοι, οι εγκάθετοι των κομματικών μηχανισμών και οι κυνικοί εκπρόσωποι της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας. Βρίσκονται εκεί ακριβώς για να μην υπάρξει καμμία περίπτωση να συρρικνωθεί το πελατειακό τους κράτος, να μην καταργηθούν οι χιλιάδες άχρηστοι οργανισμοί-πρυτανεία αργομισθίας των κομματικών στελεχών, να μην περικοπούν κατ’ ελάχιστον τα προκλητικά τους προνόμια. Αυτή είναι η πρώτη θεμελιώδης αντίφαση αυτής της κυβέρνησης.

  2. Η δεύτερη αντίφαση αφορά την ασκηθησομένη οικονομική πολιτική. Η σκληρή φορολογική πολιτική της κυβέρνησης Παπανδρέου-Βενιζέλου-Λοβέρδου συνέτριψε την κατανάλωση, κατέστρεψε τις μικρομεσαίες και πολλές μεγάλες επιχειρήσεις, εκτόξευσε την ανεργία στο εκατομμύριο, προκάλεσε μαζικό κύμα μετανάστευσης πτυχιούχων ακόμη και μεσηλίκων στο εξωτερικό, στοχοποίησε την ακίνητη περιουσία (τελικό καταφύγιο της ελληνικής οικογένειας) και δημιούργησε κλίμα γενικευμένης απόγνωσης και απαισιοδοξίας. Παράλληλα, η κυβέρνηση αυτή δεν εφάρμοσε ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΜΜΙΑ από τις κατεπείγουσες και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, δηλαδή κατάργηση ΔΕΚΟ, άχρηστων δημόσιων οργανισμών κλπ., περιφρουρώντας λυσσαλέα τα προνόμια της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας. Επειδή ακριβώς δεν ήθελε να αγγίξει το τεράστιο, διεφθαρμένο, δαπανηρό, σοβιετικών προδιαγραφών πελατειακό κράτος, προκειμένου να αντλήσει τα απαιτούμενα χρήματα επιδόθηκε σε πρωτοφανή φορολογική επιδρομή εναντίον της ελληνικής κοινωνίας. Με μοναδικό αποτέλεσμα την κατάρρευση των φορολογικών εσόδων και τον αποκλεισμό οιασδήποτε περίπτωσης να εξέλθει η ελληνική οικονομία από την ύφεση.

   Εάν η κυβέρνηση Παπαδήμου ακολουθήσει αυτήν την οικτρή πολιτική, είναι απολύτως βέβαιο ότι η κατάρρευση της ελληνικής κοινωνίας θα συνεχίσει αδιατάρακτη την πορεία της, μέχρις ότου η χώρα μας μετατραπεί σε σωρό ερειπίων. Μέχρις στιγμής, στις προγραμματικές δηλώσεις της νέας (όσο και παληάς) κυβέρνησης  αναπαράγεται η ίδια καταστροφική συνταγή: αύξηση φόρων και μείωση μισθών. Αλλά δεν ακούσαμε κάποια εξαγγελία για μία γενναία αναδιάρθρωση του κράτους και τις ριζικές μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούσαν την Ελλάδα βιώσιμο κράτος. Επίσης ο νέος (αλλά επικεφαλής κυβερνήσεως του παρελθόντος) πρωθυπουργός δεν έκανε κάποιο διάγγελμα, να εξηγήσει στον ελληνικό λαό την ενδεδειγμένη κατεύθυνση που απαιτούν οι περιστάσεις. Δεν βρήκε το θάρρος να εξηγήσει ότι η ζωή μας όπως την ξέραμε αποτελεί παρελθόν, ότι πρέπει όλοι μαζί να ανασκουμπωθούμε και να αλλάξουμε τρόπο ζωής και κυρίως τρόπο σκέψης.

   3. Η τρίτη-και ίσως η βαθύτερη- αντίφαση της κυβέρνησης Παπαδήμου είναι ότι δεν δείχνει να έχει αντιληφθεί (ή δεν θέλει να αντιληφθεί) ότι το πρόβλημα της χώρας επιφανειακά μόνον είναι οικονομικό, ενώ στην ουσία του είναι πολιτικό. ΟΣΟ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΣΜΟΥΣ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ. Ο κλειστός, αυτοαναφερόμενος και αυτοαναπαραγόμενος ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός της Μεταπολίτευσης, η οικογενειοκρατία, ο φεουδαρχικός τρόπος λειτουργίας των κομμάτων και του Κοινοβουλίου, η αναξιοκρατία και η ευνοιοκρατία, η διαφθορά, το μαύρο χρήμα, το πελατειακό σύστημα, ο έλεγχος της Δικαιοσύνης από το πολιτικό σύστημα, η ασυλία των πολιτικών, τα προνόμια, η ανάδειξη των πολιτικών στελεχών όχι από την κοινωνία αλλά από τις αυλές των εκάστοτε τριτοκοσμικών σατραπίσκων, τα κομματικά πανεπιστήμια-φυτώρια κομματικών στελεχών και το «άσυλο» που απαγορεύει την ελεύθερη σκέψη και διευκολύνει το μονοπώλιο του κομματικού λόγου, οι ολιγαρχικοί εκλογικοί νόμοι, οι παρακρατικοί μηχανισμοί με ψευδοπροοδευτικό προσωπείο ως έσχατο καταφύγιο του συστήματος, αυτά συγκροτούν το πρόβλημα της χώρας. Μόνον μία ριζική πολιτική μεταρρύθμιση  μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εξόδου της χώρας από την προϊούσα αποσύνθεση. Μόνον η εγκαθίδρυση μίας σύγχρονης δημοκρατίας ευρωπαϊκού τύπου, ενός υγιούς κράτους και ενός σοβαρού εκπαιδευτικού συστήματος, μόνον η ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων από την κοινωνία εγγυώνται την σωτηρία της χώρας.

    Αυτήν την ριζική πολιτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει η κυβέρνηση Παπαδήμου-Βενιζέλου-Πάγκαλου-Αβραμόπουλου κλπ. Επομένως η βαθύτερη δομή που παράγει την χρεωκοπία και αποκλείει την αντιμετώπισή της θα επιβιώνει, όσο θα επιβιώνει το σημερινό πολιτικό καθεστώς. Είναι φανερό ότι ο επίλογος της περιόδου της Μεταπολίτευσης θα είναι μία χαοτική περίοδος, με διαδοχικές κυβερνήσεις σε διάφορους συνδυασμούς, ενώ θα πλήττεται βάναυσα το βιοτικό επίπεδο του ελληνικού λαού, θα καταρρέει η κοινωνική συνοχή, η δημόσια τάξη, η εθνική αξιοπρέπεια. Μέχρις ότου η λύτρωση έρθει μέσα από την συνολική αντικατάσταση του σημερινού τριτοκοσμικού πολιτικού σκηνικού από ένα νέο, από άφθαρτους, ικανούς και έντιμους ηγέτες.

 

 

Advertisements

ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ: Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΝΕΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

02/05/2011

Φιλοξενούμε δύο πολύ σημαντικά και ενδιαφέροντα κείμενα από τον κυριακάτικο τύπο: την συνέντευξη του ομότιμου καθηγητού κ. Γιώργου Δερτιλή από το ΒΗΜΑ, και το άρθρο του μαθηματικού-συγγραφέα κ. Απόστολου Δοξιάδη από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

Οι ιδιότητες των φιλοξενουμένων μας δεν είναι ίδιες, ούτε και οι ενασχολήσεις των, ίσως ούτε και η γενιά στην οποία ανήκει καθ’ ένας. Είναι όμως εντυπωσιακή η ταυτότητα απόψεων, καθ’ όσον αμφότεροι καταλήγουν σε έκκληση αλλαγής του διεφθαρμένου και ανίκανου πολιτικού συστήματος της χώρας μας.

Επίσης, θεωρούμε σημαντικό να υπογραμμίσουμε τις καίριες επισημάνσεις του κ. Δερτιλή για τους κινδύνους που απειλούν τη χώρα και τους οποίους αδυνατεί πλήρως να αντιμετωπίσει το ανίκανο πολιτικό σύστημα, αλλά και την πίστη του στη δυνατότητα της κοινωνίας μας να αναδείξει νέες πολιτικές δυνάμεις! Πρόκειται για την ίδια ακριβώς πίστη που μας οδήγησε να ιδρύσουμε το ΒΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ φιλοδοξώντας να αποτελέσουμε την αφορμή αλλά και την αιτία για την δημιουργία πραγματικών πολιτικών γεγονότων, για την εκδήλωση ενεργειών και την ανάπτυξη πολιτικών κινήσεων, οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα την αλλαγή του υφισταμένου πολιτικού και πολιτειακού σκηνικού, δηλαδή την ενεργοποίηση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

_____________________________________________

 

Γιώργος Δερτιλής: «Έξω από το ευρώ; Καταστροφή τα σενάρια

των νοσταλγών του Μάο»

 [Συνέντευξη δημοσιευμένη στην εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ 1-5-2011]

Ο καθηγητής  κ. Γιώργος Β. Δερτιλής  μελετάει χρόνια το ελληνικό «Λερναίο», όπως το έχει χαρακτηρίσει, ελληνικό κράτος. Σε πρόσφατη ομιλία του στην Αθήνα ανέφερε πολλά παραδείγματα από παλιότερες οικονομικές και πολιτικές  κρίσεις στη χώρα μας δείχνοντας ότι πολλά λάθη επαναλαμβάνονται, όπως και αρκετοί πολιτικοί και σήμερα  πέφτουν  στα ίδια λάθη του λαϊκισμού και του υπερπατριωτισμού. Είχε  πει ότι η  ιστορία μπορεί να μην επαναλαμβάνεται, αμφισβητεί όμως το αν η πολιτική ηγεσία των κομμάτων έχει μάθει  κάτι από όλα αυτά και ελπίζει στη δημιουργία νέων πολιτικών δυνάμεων. Ο κ. Δερτιλής είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας, διευθυντής σπουδών της Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Παρίσι και ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


    
– Πώς μπορεί να βγει κανείς από αυτό τον φαύλο κύκλο κρίσεων, ο οποίος όπως είπατε πρόσφατα διατηρείται από τα μέσα του 19ου αιώνα;

Δεν είναι φαύλος κύκλος, είναι σπείρα που εξελίσσεται στον χρόνο, ένας κυκλώνας ή στρόβιλος. Κάθε διέξοδος αποκλείεται, θεωρητικά, όσο τον τροφοδοτούν οι ίδιες δυνάμεις και με την ίδια περίπου ένταση, όσο τον περιβάλλουν οι ίδιες διαρθρωτικές συνθήκες. Επειδή όμως στην ιστορία οι δυνάμεις και οι συνθήκες εξελίσσονται, ο στρόβιλος αλλάζει μορφή, δυναμική, ένταση. Πώς άραγε θα μπορούσε η Ελλάδα να βγει από την κρίση, πως θα μπορούσε ο πνιγμένος να βγει από τον στρόβιλο; Mπορώ να αναφέρω απλώς ορισμένες προϋποθέσεις. Η πιο επείγουσα είναι προφανής: να πιαστεί όχι από τα μαλλιά του, αλλά από τα δοκάρια που του έτυχαν δίπλα του, ας πούμε ότι σήμερα είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ή το Ευρώ. Δεν ήταν αυτή η άμεση αντίδρασή μας στην κρίση. Επί ενάμιση χρόνο, οι δημαγωγοί όλων των παρατάξεων μας προτρέπουν να «αντισταθούμε αδιαπραγμάτευτα», λες και η διαπραγμάτευση θα ήταν ντροπή, λες και τα μαλλιά μας θα ήταν αποτελεσματικότερα από το σωσίβιο. Και ορισμένοι από μας τους ακολουθούν, χωρίς περίσκεψη. Εξ ίσου ανεπαρκείς ήταν και οι μετέπειτα αντιδράσεις μας. Δεν σκεφτόμαστε πόσες προϋποθέσεις είναι σήμερα δυσχερέστερες από ότι ήταν στο παρελθόν, πόσες συνθήκες μπορούν να ενισχύσουν τον στρόβιλο: π.χ. ένα γεωπολιτικό περιβάλλον πολύ απειλητικότερο από ότι ήταν πριν από το 1920, προτού η Μέση Ανατολή καταστεί η πυριτιδαποθήκη του πλανήτη και η Τουρκία προβιβαστεί σε περιφερειακή υπερδύναμη. Ούτε αξιοποιούμε όσες συνθήκες είναι σήμερα ασυγκρίτως καλύτερες, π.χ. τον πλούτο και την πείρα που έχει σωρεύσει η χώρα στους τελευταίους δύο αιώνες, αλλά και τη δημοκρατία που κατέκτησαν για μας οι προηγούμενες γενιές. Όλα αυτά τα ξεχνάμε ή τα θυσιάζουμε στα μικροσυμφέροντα του κόμματος, του συνδικάτου, της επιχείρησης, του εαυτού μας. Γι’ αυτό η σημαντικότερη και δυσχερέστερη προϋπόθεση είναι μια ευρύτερη παιδεία που θα περιλάμβανε την πολιτική προπαίδεια και τη συνείδηση του πολίτη. Αυτού του είδους την παιδεία δεν την παρέχουν επαρκώς στα παιδιά μας ούτε τα σχολεία ούτε οι οικογένειές τους ούτε το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Και δυστυχώς, η ευρύτερη παιδεία μιας κοινωνίας αναμορφώνεται με ιστορικές διαδικασίες μακράς πνοής – άρα, θα χρειαστούμε πολύ χρόνο.

      – Πώς κρίνετε την πολιτική της Γερμανίας. Υπηρετεί την υπόθεση της Ε.Ε. ή απλώς τη δημοσιονομική της πολιτική;

Όλες οι χώρες υπηρετούν πρωτίστως το συμφέρον τους. Η Γερμανία ορθώς φοβάται το κακό παράδειγμα, ελληνικό ή πορτογαλικό, που μπορεί να παρασύρει και άλλες χώρες στη δημοσιονομική χαλαρότητα. Αλλά κακώς καθυστερεί να βρει λύσεις που θα σώσουν και την ίδια, διασώζοντας τη διευρωπαϊκή αγορά, στην οποία η Γερμανία διοχετεύει το μέγιστο μέρος των εξαγωγών της – αγαθών και κεφαλαίου. Η λύση εξαρτάται από την ίδια και τις άλλες ισχυρές χώρες και θα περάσει από αυξημένη πολιτική και οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης και έναν βαθμό προστατευτισμού, οικονομικού και νομισματικού, με ανταγωνιστικότερο Ευρώ και επεκτατική διευρωπαϊκή πολιτική διακρατικών επενδύσεων. Αναγκαστικά, μια τέτοια πολιτική θα στήριζε τις αδύνατες χώρες με προτεραιότητα αλλά και υπό έλεγχο και με προϋποθέσεις, έτσι ώστε να ανανεώσουν τις υποδομές τους και να αναπροσανατολίσουν τις οικονομίες τους. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι το αν η Ελλάδα και η Πορτογαλία θα γίνουν μικρές Γερμανίες. Είναι το πώς όλες οι ευρωπαϊκές οικονομίες θα καταστούν όχι ανταγωνιστικές μεταξύ τους, αλλά συμπληρωματικές και ανταγωνιστικές διεθνώς και ανάλογα με την ειδίκευση της καθεμιάς. Ο κίνδυνος για την Ευρώπη και την παγκόσμια οικονομία είναι να καθυστερήσει υπερβολικά η λύση. Ούτως ή άλλως, το συμφέρον της Ελλάδας είναι να παραμείνει ενεργό μέλος με πλήρη δικαιώματα ώστε να πιέζει προς αυτήν την κατεύθυνση.

     – Μετά την Ελλάδα και την Ιρλανδία ακολουθεί η Πορτογαλία. Ίσως και η Ισπανία. Μήπως τελικά το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό, αλλά το σχέδιο της Ευρωζώνης είχε κάποια εγγενή προβλήματα; Μήπως χρειάζεται μια άλλη ευρωπαϊκή πολιτική, μια μεταρρύθμιση;

Βεβαίως είχε τα γνωστά προβλήματα το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα. Οι ισχυροί εταίροι όφειλαν και ίσως ήλπιζαν να τα λύσουν πριν επισυμβούν οι συνέπειες της δημοσιονομικής χαλαρότητας. Το αμέλησαν και τους πρόλαβε η παγκόσμια κρίση. Αλλά και οι αδύναμοι εταίροι, με επικεφαλής την Ελλάδα, όφειλαν να λύσουν εγκαίρως τα δικά τους προβλήματα και κακώς ήλπιζαν, με καραγκιόζικη λογική, να τα φορτώσουν στους κουτόφραγκους. Η γαλλίδα υπουργός οικονομικών κα Λαγκάρντ σε τηλεοπτική της συνέντευξη, ερωτήθηκε, τι της είπε ο υπουργός οικονομικών της προηγούμενης ελληνικής κυβέρνησης για το έλλειμμα και τα μέτρα που σχεδίαζε να λάβει όταν την συνάντησε το 2009, λίγες εβδομάδες πριν ξεσπάσει η ελληνική κρίση. Με αμήχανη διπλωματικότητα η κα Λαγκάρντ απάντησε ότι ο κ. υπουργός, για να την ενημερώσει, έβγαλε απλώς από την τσέπη του ένα χειρόγραφο φύλλο χαρτί.

     – Θεωρείτε κακό σενάριο την έξοδο από το ευρώ. Όσοι το υποστηρίζουν λένε ότι κράτος θα λάβει και τα απαραίτητα μέτρα ώστε να ελαχιστοποιήσει τις κακές συνέπειες. Γιατί λέτε ότι θα είναι καταστρεπτικό;
Δεν έχω δει όλες τις προτάσεις για τα σοβαρά μέτρα που θα λάβει το κράτος αφού μας βγάλει από το Ευρώ. Μένω με την απορία, όμως: ποιο κράτος θα τα λάβει; Αυτό που άρμεξε τις παχιές αγελάδες για να φτιάξει προβληματικές επιχειρήσεις, ολυμπιακά μεγαλεία, σιντριβάνια και παιδικές χαρές, εκατοντάδες νεοεκατομμυριούχων, μυριάδες αργόσχολων μισθωτών και ένα εκατομμύριο φτωχών; Η έξοδος από το Ευρώ θα είναι καταστροφή. Γι αυτό δεν τη ζητεί κανένα σοβαρό ευρωπαϊκό κόμμα, συμπεριλαμβανομένης της αριστεράς. Τη ζητούν η κα Λεπέν στη Γαλλία και οι ακροδεξιοί σε άλλες χώρες, συμπλέοντας δυστυχώς με διάφορους «αριστερούς», μωροφιλόδοξους ή νοσταλγούς του Μάο ή του Πολ Ποτ.

     – Διατυπώνεται η γνώμη πώς η πρόσφατη παγκόσμια κρίση απλώς βάθυνε την ελληνική κρίση. Όμως το πολιτικό σύστημα είναι έτσι χρόνια διαμορφωμένο, γιατί ο έλληνας πολίτης πρέπει να ελπίζει ότι θα αλλάξει; Πώς μπορεί να αλλάξει;

Το πολιτικό σύστημα φταίει, οπωσδήποτε. Αλλά ούτε ο ηγέτης είναι εκ των προτέρων ένοχος ούτε ο πολίτης αθώος. Ο πολίτης έχει βεβαίως την κουλτούρα και την παιδεία που του προσέφερε και του επέβαλε το σύστημα, έχει όμως και αυτήν που ο ίδιος επεζήτησε, με τις προτροπές της οικογένειας, συνήθως χαϊδευτικές και ατομικιστικές. Αποτέλεσμα: οι περισσότεροι νέοι επιδιώκουν το εύκολο απολυτήριο ή πτυχίο, άντε και εις ανώτερα, το εύκολο μάστερ ή διδακτορικό. Ευτυχώς που υπάρχουν και πολλοί που ζητούν αβοήθητοι την ουσιαστική γνώση, πάντα δύσκολη.

Όσο για το πολιτικό σύστημα, μου φαίνεται πως χρειάζεται πριν από οτιδήποτε άλλο να μαζευτούμε και να μαζέψουμε τα οικονομικά ερείπια χωρίς να ζητάμε ευθύνες και διχασμούς, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, χωρίς να αερολογούμε περί παντός του επιστητού, και κυρίως χωρίς να ευαγγελιζόμαστε την παγκόσμια επανάσταση με κέντρο την ωραία Αθήνα. Μπορούμε άραγε να τα μαζέψουμε εκεί όπου φτάσαμε και με το πολιτικό σύστημα όπως έχει σήμερα, χωρίς σε τίποτε να αλλάξει; Σχεδόν αδύνατο. Εκτός αν καταλάβουμε πόσοι κίνδυνοι απειλούν τη χώρα και το αλλάξουμε όλοι μαζί, πολίτες και πολιτικοί. Μολονότι και αυτό δυστυχώς είναι σχεδόν αδύνατο, ας δώσω ένα παράδειγμα -ως απλός πολίτης που, λόγω ηλικίας, δεν περιμένει πλέον τίποτε, δεν επιζητεί τίποτε- και δεν φοβάται τίποτε περισσότερο από την ανοησία και τον φανατισμό.

Πιστεύω ακράδαντα, λοιπόν, ότι οι κίνδυνοι για τον τόπο μας είναι απειλητικότατοι και η οποιαδήποτε καθυστέρηση αδικαιολόγητη. Η Ελλάδα όπως την ξέραμε κινδυνεύει να πεθάνει -σε δύο, πέντε ή δεκαπέντε χρόνια, άδηλο. Κανένας κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί, όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές, ορισμένες εντελώς ανεξάρτητες από τις πράξεις μας: οικονομική κατάρρευση, εξεγέρσεις, δικτατορίες -ακόμη και πόλεμος, εμφύλιος ή εξωτερικός. Μπροστά σε τέτοιες απειλές, η ευθύνη των πολιτικών κομμάτων θα είναι στο εξής τεράστια. Και πάρα πολλοί συμπολίτες μας δεν τα εμπιστεύονται πλέον, εν πολλοίς δικαίως και ενίοτε αδίκως, αλλά σημασία έχει το αδιέξοδο που προκύπτει (και που δεν πρόκειται να λύσουν οι εκλογές, ιδίως με δεδομένη τη μαζική αποχή).

Πιστεύω επίσης ότι υπάρχουν σήμερα οι νέοι, έντιμοι και ικανοί άνθρωποι που θα μπορούσαν ν’ αναλάβουν πολιτική δράση. Διστάζουν, φυσικά, αναλογιζόμενοι την κρίση, που έχει καταστεί σχεδόν ανεξέλεγκτη στην Ελλάδα, και, κυρίως, δεν το αποτολμούν επειδή απεχθάνονται τον λυσσαλέο κομματικό πόλεμο και τα επακόλουθά του. Και όμως, αυτοί οι πολίτες, σε όποιο πεδίο του πολιτικού φάσματος και αν εντάσσονται, θα έπρεπε να αποτολμήσουν, πριν είναι πολύ αργά, την πολιτική πράξη που είναι εξ ορισμού νόμιμη στο κοινοβουλευτικό καθεστώς και αναγκαία για την ανανέωση μιας δημοκρατίας: να ιδρύσουν ένα νέο κόμμα ή και περισσότερα με διαφορετικές ιδεολογίες αλλά διακηρυγμένη πρόθεση για συναινετικές συνεργασίες, με μοναδικό κριτήριο τη σωτηρία του τόπου. Από την άλλη πλευρά, όσοι σοβαροί και άφθαρτοι άνθρωποι έχουν απομείνει στα παλιά κόμματα θα έπρεπε να τολμήσουν μια πράξη αυταπάρνησης: να αποσυρθούν, μαζί με τις κομματικές ηγεσίες ή και χωρίς αυτές, αφήνοντας τόπο στους νέους και μετά, ο καθένας τους ας στηρίξει το κόμμα που θα τον εκφράζει. Ξέρω ότι η λύση που περιγράφω είναι σχεδόν αδύνατη αλλά είναι και η μόνη που μου φαίνεται εφικτή. Γιατί οι νέοι άνθρωποι είναι οι μόνοι που μπορούν να αντισταθούν σε όλα, όπως θα έλεγε ο Νίκος Σβορώνος, να αναστοχαστούν τα πολλαπλά αίτια της κρίσης, όπως θα έλεγε ο Κ. Θ. Δημαράς να φανταστούν μια νέα θέσμιση της κοινωνίας, όπως θα έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης και να αλλάξουν τη μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, όπως θα έλεγε ο Κώστας Αξελός.

_____________________________________________

 

Μια συγκεκριμένη άποψη για την Ελλάδα

Άρθρο του κ. Απόστολου Δοξιάδη [πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1-5-2011]

Ξεκινώντας τις «Πολεμικές Αναμνήσεις» του, ο Σαρλ ντε Γκωλ, ο άνθρωπος που ενσάρκωσε τις ελπίδες της σκλαβωμένης Γαλλίας στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλώνει ότι όλη του τη ζωή είχε «μια συγκεκριμένη άποψη για τη Γαλλία». Με αυτή την άποψη, που συνοψίζεται στην πίστη στο μεγαλείο της πατρίδας του και τη σημασία της για τον κόσμο, ένωσε τους συμπατριώτες του στα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, με αυτή τους οδήγησε να ξανακάνουν τη Γαλλία παγκόσμια πολιτική και πολιτισμική δύναμη, μετά την Απελευθέρωση. Μου έρχεται τώρα στον νου ο Ντε Γκωλ και η «συγκεκριμένη άποψή» του, που δεν ήταν ιδεολογία ή θεωρία αλλά όραμα ψυχικού βάθους, ως πρότυπο ηγεσίας για μια χώρα σε εθνική κρίση.

Σήμερα στην Ελλάδα τέτοια πρότυπα ούτε που τα ονειρευόμαστε, φυσικά, με βάση το υπάρχον πολιτικό προσωπικό, που αποτελείται είτε από ιδεοληπτικούς φανατικούς είτε από επαγγελματίες πολιτικάντηδες που βάζουν το συμφέρον τους, όπως το αντιλαμβάνεται το φτωχό τους μυαλό, πάνω από το καλό της πατρίδας. Με ανθρώπους που έχουν τη συγκεκριμένη άποψη για την Ελλάδα -έστω κι αν προσπαθούν να την κρύψουν με ρητορείες- ότι είναι ξέφραγο αμπέλι, πεδίο ελεύθερης άσκησης της μωροφιλοδοξίας, της ιδιοτέλειας και της ασχετοσύνης τους, δεν υπάρχει καμία ελπίδα σωτηρίας. Το βλέπουμε καθαρά όσοι έχουμε μάτια και στοιχειώδη λογική: το υπάρχον πολιτικό προσωπικό μάς οδηγεί στην καταστροφή. Τα μόνα ερωτήματα είναι το πότε ακριβώς θα έρθει και ποια ακριβώς μορφή θα πάρει.

Οπότε τι κάνουμε όσοι πονούμε τον τόπο; Περιμένουμε το τέλος με τα χέρια σταυρωμένα; Η μόνη κάπως ρεαλιστική ευχή που ακούω τελευταία είναι για έναν ηγέτη-τεχνοκράτη, έναν καλό νοικοκύρη. Μα όσοι την εκφράζουν βλέπουν κατά βάθος ότι τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί ούτε να αναδειχθεί ούτε να κυβερνήσει σήμερα. Δεν θα τον αφήσει το υπάρχον πολιτικό κατεστημένο και το σύστημα και τα δίκτυα συμφερόντων που εξέθρεψε. Οπότε, όσοι πιστεύουν σε αυτή τη λύση καταφεύγουν στη μόνη συγκεκριμένη άποψη για την Ελλάδα που τη στηρίζει, δηλαδή της χώρας μας ως μικρής επαρχίας της Ευρώπης. Με την άποψη αυτή, βλέπετε, ελπίζουν στη λύση ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι θα μας επιβάλουν τελικά, με το ζόρι, διακυβέρνηση της αρεσκείας τους, τον νοικοκύρη που λέγαμε. Δεν πιστεύω ότι όσοι προσδοκούν την έξωθεν, αναγκαστική σωτηρία, το κάνουν από σύμπλεγμα εθνικής κατωτερότητας. Καλοπροαίρετοι άνθρωποι είναι οι περισσότεροι, αλλά σε τι άλλο να ελπίσουν, όταν βλέπουν να αλωνίζουν στα κοινά μας άνθρωποι που είναι ουσιαστικά πολέμιοι του συμφέροντος του τόπου; Πού να ελπίσουν οι νοήμονες παρά στην αυστηρότητα των ξένων, για να μπούνε σε τάξη οι ανάξιοι πολιτικοί μας και οι συνεργοί τους, οι πρωταγωνιστές των φαινομένων που θέριεψαν, με πολιτική στήριξη, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης: του πλιάτσικου του Δημοσίου από την κομματοκρατία, τον συντεχνιακό ψευδο-συνδικαλισμό και τους καρχαρίες, μικρούς και μεγάλους, καθώς και τη διάλυση της κοινωνίας με τη συνεχή επιβράβευση της αυθαιρεσίας των λίγων εις βάρος του καλού των πολλών. Με τέτοια χάλια, η προοπτική μιας Ελλάδας ως εξωτερικά διοικούμενου καντονίου της Ευρώπης μοιάζει σχεδόν παραδεισένια. Γι’ αυτό ακούμε στις παρέες ολοένα συχνότερα την ευχή: «Ας έρθουν να μας αναλάβουν οι ξένοι!».

Κι όμως, φοβάμαι πως ούτε η εξωτερική επιβολή θα λειτουργήσει τελικά, γιατί -αν μη τι άλλο- οι ξένοι έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν. Αν τους παρασκοτίσουμε, που το κοντεύουμε με τα μυαλά που έχουμε, απλώς θα μας πετάξουν έξω και θα ησυχάσουν. Για να σωθεί λοιπόν η Ελλάδα, πρέπει πρώτα να ενεργοποιηθούν, με όραμα δημιουργικό, όλα τα καλά στοιχεία της συλλογικής μας συνείδησης. Γιατί μόνο με εθνική ψυχική πανστρατιά μπορούν να νικηθούν οι σημερινές άθλιες αντιστάσεις στη σωτηρία μας. Αλλά η πανστρατιά απαιτεί μια άλλη συγκεκριμένη άποψη για την πατρίδα, μια άποψη υψηλή, της Ελλάδας ως χώρας άξιας να υπάρξει στην Ευρώπη πολιτικά και οικονομικά ισότιμα, αλλά με αρχοντιά, ως χώρας δηλαδή που έχει βαθιά συνείδηση του παρελθόντος της χωρίς να συντρίβεται από αυτό, που τιμά το πνεύμα που τη γέννησε, αλλά συνάμα πιστεύει ότι ο σπόρος της αναγέννησης βασίζεται στις δικές της αρετές και δυνάμεις. Μα αυτή η άποψη, η τόσο σπουδαία, που ελάχιστοι πια τολμούν να την ομολογήσουν, μην τους πάρουν για γραφικούς ή ψώνια, δεν ενεργοποιείται με πολιτικάντηδες του σημερινού άθλιου είδους. Με αυτούς δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε τίποτε καλύτερο από τα χάλια μας τα μαύρα. Η σωτηρία απαιτεί ηγέτες που όχι μόνο οδηγούνται από μια υψηλή άποψη για την Ελλάδα, αλλά διαθέτουν την ευφυΐα, το θάρρος και την αποφασιστικότητα να την κάνουν πράξη. Θα φανούν -ένας έστω; Άγνωστο. Αλλά πριν φανούν -αν φανούν- φοβάμαι ότι πρώτα πρέπει να φτάσουμε στην καταστροφή, στο απροχώρητο, εκεί δηλαδή που μας οδηγούν σταθερά οι σημερινοί πολιτικοί μας.

Τότε ας ελπίσουμε -μέρες που ’ναι, αναστάσιμες- ότι όσα δεν μας έδωσε το ξερό μας το κεφάλι, θα μας τα δώσει επιτέλους η ανάγκη.

_____________________________________________

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ κ. ΣΑΡΑΝΤΟΥ ΚΑΡΓΑΚΟΥ: ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΠΟΝ ΤΩΝ ΗΛΩΝ

25/03/2011

Αναδημοσιεύουμε πρόσφατο άρθρο του διακεκριμένου ιστορικού και συγγραφέως κ. Σαράντου Καργάκου, καθώς, οι απόψεις τις οποίες διατυπώνει, απηχούν τις αντιλήψεις του ΒΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.

Το άρθρο του κ. Σαράντου Καργάκου, αλλά και οι εισηγήσεις στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Ελληνοβρετανικό Επιμελητήριο την 9η Μαρτίου (τις οποίες ήδη αναδημοσιεύσαμε), καταδεικνύουν ότι οι θέσεις μας τείνουν να γίνουν η κυρίαρχη αντίληψη, το βασικό πολιτικό πρόταγμα των κοινωνικών δυνάμεων και ομάδων, οι οποίες προωθούν την μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος ως μόνης αληθινής και αποτελεσματικής διεξόδου από την ολόπλευρη (πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική) κρίση, στην οποία βύθισε την χώρα μας η φαυλότητα και ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού της νόθου μεταπολιτεύσεως του 1974.    

Εἰς τόν τύπον τῶν ἥλων

Ἐπί πολλές δεκαετίες, πού ξεπερνοῦν τά δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός, γίνομαι ἐνοχλητικός μέ ὅσα λέγω ἤ γράφω γιά τούς ἑκάστοτε κρατοῦντες ἤ ἐπικρατοῦντες, ἰσχύοντες ἤ κατισχύοντες, βολεμένους ἤ περί τά φαῦλα βουλευομένους. Γι᾽ αὐτό χωρίς αἰσχύνη, οὔτε καί αἰδῶ, μοῦ ἔχουν κολλήσει πλῆθος ταμπελλῶν. Γιά τίς ὁποῖες ἀδιαφορῶ. Τό γεγονός ὅτι τό σπίτι μου βρίσκεται στή γωνία τῶν ὁδῶν Κολοκοτρώνη καί Νικηταρᾶ, ὅπως ἔχει γραφτεῖ, εἶναι δηλωτικό τῶν ἐθνικιστικῶν, φιλοπολεμικῶν καί ἀντιτουρκικῶν μου διαθέσεων…!

Ἄπειρες φορές ἔχω γράψει ὅτι ἡ ταμπέλλα δέν κάνει τόν ἄνθρωπο. Τόν ἄνθρωπο τόν κάνει τό θάρρος τῆς γνώμης του. Τό νά λέγει εὐθαρσῶς αὐτό πού φρονεῖ παρά τό κόστος πού θά τόν βαραίνει σέ ὅλη του τή ζωή. Ὡστόσο, ἔρχεται κάποια στιγμή ὅπου καθένας πρέπει νά τολμήσει καί νά πεῖ αὐτό πού βλέπει, καί κάνει πώς δέν τό βλέπει. Κι αὐτό πού ὅλοι μας σήμερα βλέπουμε εἶναι ὅτι ἡ πολιτική μας ζωή εἶναι σάν τόν γυμνό βασιλιά τοῦ Κίπλινγκ, μά δέν τό ὁμολογοῦμε.

Εἶναι καιρός πού ἔχω σχηματίσει τήν γνώμη ὅτι ἡ δημοκρατία πού ἐγκαθιδρύθηκε μετά τό 1974, μπορεῖ νά ἔδινε διεξόδους ἀσυδοσίας, πού εὐφημιστικά ὀνομάστηκαν «κατακτήσεις», ὡστόσο καλῶς ἐξεταζομένη ἦταν μιά ἀνάπηρη δημοκρατία. Τό γεγονός ὅτι μέσα σέ μιά 35ετία εἴχαμε 13 ἐκλογικές ἀναμετρήσεις, βεβαιοῖ τοῦ λόγου τό ἀσφαλές.

Ἡ δημοκρατία δέν εἶναι πολίτευμα παραλυσίας. Ἄν στήν ἀρχαία Ἀθήνα εἶχαν καταγγελθεῖ σκάνδαλα τέτοιας ὁλκῆς, οἱ πλεῖστοι τῶν πολιτικῶν θά εἶχαν φαρμακωθεῖ ἤ θά εἶχαν γκρεμισθεῖ ἀπό τό γνωστό βάραθρο καί ἡ περιουσία τους θά εἶχε πάραυτα δημευθεῖ. Ἴσως εἶναι τυχαῖο ἀλλά τά ροῦχα τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων δέν εἶχαν …τσέπες! Ἡ δημοκρατία δέν εἶναι «κλοτσοσκούφι» μιᾶς δράκας δημοσιογράφων πού εἶναι πάνω ἀπό τόν νόμο, πάνω ἀπό τήν νομοθετική καί ἐκτελεστική ἐξουσία καί οὐσιαστικά πάνω κι ἀπό αὐτή τή δικαστική ἐξουσία.

Ἡ δημοκρατία -τό ξαναλέμε- δέν εἶναι κλοτσοσκούφι στά πόδια τοῦ ἑκάστοτε πρωθυπουργοῦ. Γιά νά εἶναι δημοκρατία, ὄχι κατ᾽ ὄνομα ἀλλά κατ᾽ οὐσίαν, πρέπει νά ἔχει αὐστηρή δομή. Νά στηρίζεται σέ λίγες ἀλλά σταθερές ἀρχές. Καί ὅπως ἔλεγε ὁ μεγάλος Βελεστινλῆς, «ὁ νόμος νά ᾽ναι πρῶτος καί μόνος ἀρχηγός». Ἀρκεῖ βέβαια νά εἶναι νόμος καί ὄχι ὑπό-νομος.

Ἄς μοῦ συγχωρηθεῖ τό θράσος, ἀλλά θά τό πῶ: Πιστεύω ὅτι ἡ δυαρχία Προέδρου Δημοκρατίας καί Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἕνας πολιτικός σολοικισμός. Ὁ θεσμός τοῦ προέδρου ἔγινε μαϊντανός στή σαλάτα τοῦ ἑκάστοτε πρωθυπουργοῦ. Ἄς τό σκεφθοῦμε ἁπλά: ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας πόσα νομοσχέδια ἔχει ἀναπέμψει; Κι ὅμως πολλά ἦσαν φαῦλα καί ἡ φαυλότητά τους ἦταν ὁρατή κι ἀπό τυφλό. Συνεπῶς, ὁ προεδρικός θεσμός εἶναι ἕνα ἀξίωμα μέ πολλά ἔξοδα σέ θέση κάδρου. Σύμφωνα μάλιστα μέ τήν τηλεοπτική ἀργκό, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἡ «γλάστρα τοῦ πολιτεύματος».

Συνεπῶς, τό πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος δέν εἶναι ἁπλῶς πολιτικό· εἶναι πολιτειακό. Ὁ πρῶτος πολίτης τῆς χώρας, ὁ τυπικά ἀνώτερος ἄρχων, εἶναι ἀλειτουργικός. Κι ἡ ἀλειτουργικότητα αὐτή διαχέεται σέ ὅλο τό πολιτικό σύστημα. Γιά νά ὀρθοποδήσουμε, πρέπει, κατά τήν ταπεινή μου ἐκτίμηση, οἱ ὅροι νά ἀντιστραφοῦν. Τό πολίτευμα νά γίνει προεδρικό, μέ διάρκεια θητείας τήν 7ετία, ὅπως ὅριζε τό Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος– ἤ, ἔστω, 5ετία. Χωρίς δικαίωμα περαιτέρω ἐπανεκλογῆς. Ὁ πρόεδρος νά ἐκλέγεται ἀπ’ εὐθείας ἀπό τόν λαό καί αὐτός, δηλαδή ὁ πρόεδρος, νά ἔχει τήν εὐθύνη περί παντός. Αὐτός θά διορίζει τόν πρωθυπουργό καί τούς ὑπουργούς, πού δέν εἶναι ἀναγκαῖο νά εἶναι δρῶντες πολιτικοί. Μπορεῖ νά εἶναι ἱκανοί πολίτες χωρίς ψηφοθηρικές ἐξαρτήσεις.

Ἔτσι ἠ πολιτική μας ζωή θά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόν κομματικό ἐναγκαλισμό καί ἀπό τόν συνδικαλιστικό ὀππορτουνισμό. Ἡ κυβέρνηση δέν θά πρέπει νά ἔχει λόγο στήν προαγωγή τῶν δικαστῶν, ἀξιωματούχων καί ἀξιωματικῶν. Σέ ὅλους αὐτούς τούς τομεῖς ὅλοι ξέρουν ποιοί εἶναι οἱ πλέον καλοί πού ὄχι μόνον δέν προάγονται ἀλλά συχνά ἀκαίρως ἐξωπετάγονται.

Ἡ Ἑλλάς αὐτή τή στιγμή χρειάζεται κυβερνήτη μέ πυγμή, μέ ὅραμα, μέ φαντασία, μέ καλπαστική ἰδιοσυγκρασία, κατά τό πρότυπο τοῦ Καποδίστρια. Ἄνθρωπο χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας, χωρίς ὑπηρετική νοοτροπία ἀλλ᾽ ὄχι μέ θωπευτικές διαθέσεις ἔναντι τοῦ λαοῦ πού ἔχει ἴση εὐθύνη γιά τό χάλι μας μέ τούς πολιτικούς. Ὅσο γιά τή Βουλή, αὐτή μειωμένη κατά τό 1/3, πρέπει νά λειτουργεῖ διαρκῶς, παρόντων ἤ παρουσῶν ὅλων τῶν βουλευτῶν. Καί φυσικά νά μπορεῖ νά ἀσκεῖ κριτική –ὅσο αὐστηρή– στά ἔργα τοῦ Κυβερνήτη ἀλλ᾽ ὄχι νά τόν ἐμποδίζει, ὑπείκοντας σέ ἀλλότρια συμφέροντα, στήν ἐκπλήρωση τοῦ ἔργου του. Συνελόντ᾽ εἰπεῖν χρειαζόμαστε, τουλάχιστον γιά μιά πενταετία, σταθερή καί στιβαρή ἐκτελεστική ἐξουσία, ἐκλεγμένη ἀπό τόν λαό, γιά νά ξεφύγουμε ἀπό τήν πορεία πρός τόν γκρεμό.

[πηγή: citypress-gr.blogspot.com

ΟΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΡΙΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΜΕΣΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ [ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ]

14/03/2011

     Με πρωτοβουλία του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011 στο αμφιθέατρο της Τραπέζης της Ελλάδος επίκαιρη και κρίσιμη συζήτηση για την αναγκαιότητα ριζικής και άμεσης αναθεωρήσεως του Συντάγματος, ως προϋπoθέσεως εξόδου από την βαθειά κρίση την οποία βιώνουμε -οικονομική, πολιτική και πολιτισμική. Της συζήτησης προήδρευσαν οι αξιότιμοι κ.κ. Πρόεδροι του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρέστησαν δε πολιτικά πρόσωπα και εκπρόσωποι του νομικού κόσμου, καθώς και ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, καθηγητής  κ. Προβόπουλος και η Υποδιοικητής του ιδίου οργανισμού, καθηγήτρια κα Λουρή.

     Κοινή διαπίστωση των έγκριτων προσκεκλημένων εισηγητών (κ.κ. Σπύρου Νικολάου, Συμβούλου Επικρατείας ε.τ., καθηγητού κ. Απόστολου Γεωργιάδη, Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών, καθηγητού κ. Χρήστου Γιανναρά, και κ. Χάρη Οικονομόπουλου, προέδρου του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου) αποτελεί η παραδοχή ανυπαρξίας πραγματικού και ουσιαστικού κωλύματος αμέσου αναθεωρήσεως του συνόλου των άρθρων του Συντάγματος με μόνη –αυτονόητη- υποχρέωση την τήρηση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

     Περαιτέρω και επιπροσθέτως, η εισήγηση του προέδρου του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου κ. Χάρη Οικονομόπουλου, έγκριτου νομικού, εξέπληξε ευχάριστα τα μέλη της παρισταμένης αντιπροσωπείας του ΒΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, καθ’ ότι εμπεριείχε το σύνολο των προτάσεων που περιέχονται στην ιδρυτική διακήρυξη του ΒΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ενώ παρέθεσε με τρόπο σαφή προτάσεις στέρεες νομικώς και πολιτικώς τελεσφόρες ως προς τη διαδικασία εφαρμογής της συνολικής αναθεωρήσεως με σκοπό την εισαγωγή πολιτεύματος βασιζόμενου στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, της πραγματικής ισονομίας και της διαφάνειας, αλλά και διατάξεων για την πραγματική προστασία του περιβάλλοντος και την γενναία ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας, ώστε να εξέλθει η χώρα από την κρίση κατά τρόπο οριστικό και μη αναστρέψιμο. 

     Με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση αναδημοσιεύουμε τις τέσσερις εισηγήσεις. Ευελπιστούμε η πρωτοβουλία, η οποία ξεκίνησε με την εκδήλωση αυτή, να έχει άμεση συνέχεια και να θέσει σε νέες ουσιαστικές βάσεις τον πολιτικό διάλογο στη χώρα μας. Το ΒΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ θα ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση αναπτύσσοντας κάθε απαραίτητη συνεργασία και συμμετέχοντας σε κάθε ανάλογη πρωτοβουλία.  

 Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ κ. ΧΑΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ:   Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Μια κρίση δεν είναι, μεν, ο καλύτερος σύμβουλος σε μια συζήτηση τόσο σοβαρή όσο αυτή για το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα δεν πρόκειται, από μόνο του, να προσφέρει ασφάλεια, να πληρώσει το χρέος, να μας κάνει καλύτερους.  Εάν, όμως, δεν αλλάξει δεν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε ριζικά τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζει η πατρίδα, δηλαδή όλοι μας.

Δυστυχώς,  παρά τις 153 τροπολογίες της τελευταίας στιγμής που ενσωματώθηκαν στο Κυβερνητικό Σχέδιο για λόγους δημοκρατικότητας, ένα ισορροπημένο και σύγχρονο, για την εποχή του, Σύνταγμα του 1975  έγινε περιπτωσιολογικό και φλύαρο, ενώ θα έπρεπε να παραμένει Σύνταγμα Αρχών, λιτό, χρηστικό και ανοικτό στο μέλλον.  Για να κυβερνηθεί αποτελεσματικά η χώρα, πιστεύω ότι χρειάζεται αναθεώρηση ακόμη και ορισμένων Μη Αναθεωρητέων Διατάξεων. Η αναθεώρηση αυτή δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με δημοψήφισμα.

Δεν μπορεί οι επιλογές της Βουλής του 1975 περί «Μη Αναθεωρητέων Διατάξεων» να δεσμεύουν κάθε Βουλή, εσαεί και επ’ άπειρον. Και δεν μπορούμε να ακούμε ότι μόνο με πραξικόπημα μπορούν να αλλάζουν κάποια πράγματα. Μια τέτοια άποψη δεν χωράει στην ουσία της Δημοκρατίας. 

Το δημοψήφισμα είναι υπέρτατο εργαλείο έκφρασης της λαικής κυριαρχίας. Θυμηθείτε πόσα χρόνια δεν έχετε συμμετάσχει σε τέτοιο.

Eίναι φανερό απ’ τους προλαλήσαντες ότι, οι ισχυρισμοί για την ανυπέρβλητη, δήθεν, αδυναμία αλλαγής του ισχύοντος Συντάγματος και από την παρούσα ακόμη Βουλή, κινούνται στα όρια του νομικού ευσεβισμού. Σε αντίθεση όμως με την θεωρία περί «Μείζονος Αγαθού».

 SALUS POPULIS, SUPREMA LEGE ESTO!

 TO  ΠΑΛΛΑΪΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ TOY 1974 HTAN H ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ.

ΤΟ ΠΑΛΛΑΪΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ 2011 ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ, Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ.  Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, Η ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ.

Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΔΕΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ  ΜΕ  ΦΑΡΜΑΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΟΥΚΛΑ ΕΠΕΙΔΗ, ΑΠΛΩΣ, ΑΥΤΑ ΕΤΥΧΕ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΣΤΟ ΝΤΟΥΛΑΠΙ…

ΠΡΟΤΑΣΗ:  O ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ  ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ, ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΠΟΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΥΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ.

ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ ΠΡΟΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΩΣ ΑΜΕΣΕΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ.

ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΟΣΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΡΙΘΟΥΝ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΟΥΝ.

«O ΤΡΩΣΑΣ ΚΑΙ ΙΑΣΕΤΑΙ». ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΕΑΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΥΨΙΣΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ, ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ,  ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΙΚΥΡΩΘΟΥΝ ΜΕ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ.

ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ, ΑΥΤΗ, Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΒΟΥΛΗ – Ή ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΙΔΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΛΕΓΕΙ – ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΝΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΕΙ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ  ΘΕΣΜΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΠΟΥ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΑΓΕΙ ΠΡΟΣ ΚΥΡΩΣΗ ΜΕ ΝΕΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ, ΣΕ ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΟΡΙΣΤΕΙ.

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ:   ΘΕΩΡΩ, ΟΠΩΣ ΕΙΠΑ, ΩΣ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥΣ ΒΑΣΙΚΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ  ΜΙΑΣ ΑΜΕΣΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ.

ΣΚΟΠΟΣ ΠΡΩΤΟΣ:  H ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΗ Η ΧΩΡΑ ΝΑ ΚΥΒΕΡΝATAI ΓΙΑ ΕΠΑΡΚΕΣ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΜΕΝ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ Ή ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ ΔΕ. ΠΡΕΠΕΙ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΝΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΕΝΑΝ Ή ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΠΟΥ, ΣΥΧΝΑ, ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΝ/ΥΠΟΧΡΕΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΩΘΗΣΟΥΝ ΤΟΠΙΚΕΣ Ή ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΗΣΣΟΝΟΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ.  ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΟΥΤΕ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΑ ΕΚΒΙΑΖΕΙ ΜΕ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΘΕ ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ, ΟΥΤΕ Η ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΝΑ ΖΗΤΑΕΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΘΕ ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ, ΟΥΤΕ ΚΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΝΑ ΣΥΖΗΤΑ ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΚΑΘΕ ΕΚΛΟΓΗΣ. ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΣΤΑΘΕΙΑ, ΥΠΟΝΟΜΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΒΛΑΠΤΟΥΝ ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ:

1.Α. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΕΝΤΑΕΤΟΥΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΜΕ ΒΟΥΛΗ ΤΕΤΡΑΕΤΟΥΣ ΘΗΤΕΙΑΣ. ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΑΥΤΟ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ. ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΤΟΥ κ. ΚΑΡΟΛΟΥ ΠΑΠΟΥΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ 4ΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.

1.Β. ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ. ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΟΣ.

1.Γ. ΚΩΛΥΜΜΑ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΥΠΗΡΕΤΗΣΑΝ.

1.Δ. ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΘΗΤΕΙΑΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΙΡΕΤΟ ΑΞΙΩΜΑ.

2.  ΣΚΟΠΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ:   HΘΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ – ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ.                                                          

Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΗΘΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΚΑΘΕ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ.  ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ:

2.Α. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ -ΟΧΙ ΑΛΛΑΓΗ- ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 86 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

2.Β. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΑΣΥΛΙΑΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗΣ ΔΥΣΦΗΜΙΣΗΣ Ή ΤΗΣ ΕΞΥΒΡΙΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΩΝ BΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ.

 3.  ΣΚΟΠΟΣ ΤΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΑΜΕΣΟΣ:   H ΑNAΠΤΥΞΗ

H ΕΛΛΑΔΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΕΙ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΕΑΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ, ΕΑΝ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΤΙ ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ.  ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ:

3.Α.     ΔΙΕΘΝΩΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ANΩΤΑΤΟ  ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΑΝ ΑΥΤΗ Η – ΥΠΟ ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ – ΑΠΛΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΙΣΧΥΣΕΙ, ΚΑΤ΄ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ.  ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.

3.Β.     ΣΥΝΤΟΜΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ Ή ΜΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ Ή ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ.

3.Γ.      ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΜΕ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΧΡΗΣΕΩΝ ΓΗΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗΣ/ΜΙΣΘΩΣΗΣ/ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ, ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ. ΕΦΟΣΟΝ ΖΗΤΗΘΕΙ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ, ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΕΚΘΕΣΩ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ.

ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΔΕΙΝΩΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΓΑΝΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.  ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΘΜΟ ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΗ ΣΧΕΣΗ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ.  ΤΟ ΝΑ ΠΡΟΣΔΟΚΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΝΑ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΤΟ 1940, ΟΤΙ ΤΟ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΗΝ ΑΠΟΝΑΖΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙ.   ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ, ΜΑΚΑΡΙ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. ΕΑΝ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΝ, ΠΟΥ ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΝ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΝΝΟΗΘΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΥΤΑ ΤΟΥ 1909. ΟΜΩΣ, ΜΟΝΟΣ  ΣΤΡΑΤΟΣ  ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΟΣΩΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ.  ΟΣΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ.  ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΙ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ  ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΟΥΝ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΑΝ ΘΕΛΗΣΟΥΝ, ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΓΙΑ ΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΑΞΙΩΜΑ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΕ ΙΣΧΥ.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ:         

Κυρίες και Κύριοι, χωρίς ηθική νομιμοποίηση, δεν μπορεί να ασκηθεί, δεν γίνεται αποδεκτή καμία εξουσία.  Χωρίς αρχές, δεν νοείται Σύνταγμα, δεν υπάρχει Δημοκρατία.  Το Σύνταγμα κάθε χώρας είναι το νομικό εργαλείο που καταγράφει το Κοινωνικό Συμβόλαιο μιας ιστορικής περιόδου. Η συζήτηση για αυτό φρονώ ότι πρέπει να υπερβεί τον νομικό ευσεβισμό των Μη Αναθεωρητέων Διατάξεων και, με βάση την θεωρία του Μείζονος Αγαθού, να επικεντρωθεί  στο μέλλον της χώρας και του Ελληνισμού.

Η  Ελλάδα ως τόπος κατέχει πολιτιστικά, γεωπολιτικά, κλιματικά και αισθητικά περιουσία που δεν μπορεί ούτε να δημιουργηθεί, ούτε να αγοραστεί.  Η περιουσία αυτή μπορεί βέβαια, γρήγορα και εύκολα όπως η Ιστορία διδάσκει, να χαθεί, να μειωθεί, να υποθηκευθεί.

Γι’ αυτό να προλάβουμε να αλλάξουμε τα μικρά, σε σχέση με το πώς αυτό το δώρο Θεού σχηματίστηκε και το τί περιέχει. Ώστε όχι μόνο να αποφύγουμε την κοινωνική έκρηξη αλλά και αυτή η γενιά να ζήσει και να απολαύσει τη νέα χώρα.

Οι έκτακτες περιστάσεις απαιτούν έκτακτα μέτρα. Το πολίτευμα έχει, ούτως ή άλλως, εξελιχθεί, αν και αμιγώς πρωθυπουργικό, σε αναποτελεσματικό. Ας αξιοποιήσουμε την ανάγκη αλλαγής του σε προεδρικό και ας κάνουμε τώρα αυτά που όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει και αρκούν να γίνουν για να βάλουμε τέρμα στην ελεεινή παρένθεση που οι παππούδες, οι γονείς και όλοι εμείς, σε ελάχιστες δεκαετίες, καταφέραμε να «δημιουργήσουμε».

Τί μεγαλύτερο κίνητρο για επενδύσεις από την αντίληψη της ασημαντότητας αυτών των αντικινήτρων μπροστά στα κίνητρα που επιχείρησα να καταγράψω;

Τί μεγαλύτερο κίνητρο ώστε, επιτέλους, ΝΑ ΣΥΝΕΝΝΟΗΘΟΥΜΕ.   ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΛΠΙΔΕΣ.  

ΔΕΝ ΤΙΣ ΕΧΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΚΟΜΜΑΤΑ.

ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ ΠΕΡΝΑΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ.

_________________________________________________________

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ κ. ΣΠΥΡΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ:    ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΝ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τα Συντάγματα είναι ανθρώπινα δημιουργήματα. Δεν έρχονται από ψηλά από υπερφυσικές δυνάμεις ή αιτίες, ούτε ανακαλύπτονται μέσα στη φύση. Προϊόντα συγκεκριμένων ιστορικών στιγμών και συνδεδεμένα με αξίες, ιδεολογικές αντιλήψεις και πρακτικές ανάγκες μιας κοινωνίας ανθρώπων, που ενώνονται σε ένα αυτοτελές και αυτόνομο σύστημα δικαίου, αντέχουν στον χρόνο και διατηρούνται στο μέτρο που η κοινωνία την οποία εκφράζουν και οργανώνουν “ες διάρκειαν” παραμένει αναλλοίωτη, φυτοζωόντας στο περιθώριο της ιστορικής εξέλιξης, ή στο μέτρο που τα ίδια ανανεώνονται και προσαρμόζονται στα από διάφορες αιτίες μεταβαλλόμενα  κοινωνικοπολιτικά δεδομένα και τις ανάγκες των νεωτέρων εποχών. Την τελευταία αυτή δυνατότητα παρέχει ο θεσμός της αναθεώρησης, που ισχύει σε όλα σχεδόν τα σύγχρονα γραπτά συντάγματα, εξαιρουμένων εκείνων στα οποία ο θεσμός είναι περιττός, δηλ. των περιπτώσεων των ηπίων συνταγμάτων, τα οποία τροποποιούνται κατά την συνήθη νομοθετική διαδικασία, ή στα οποία οι τροποποιήσεις γίνονται από το ίδιο νομοθετικό όργανο, απλώς με μια κάπως αυξημένη πλειοψηφία. Αν θεωρήσουμε ότι τα γραπτά Συντάγματα είναι προϊόντα «επαναστάσεων» με την μέγιστη ευρύτητα του όρου, οι αναθεωρήσεις τους είναι στην ουσία τους μικρές θεσμοθετημένες «επαναστάσεις» που ακριβώς εντάσσονται στο πλαίσιο των συνταγματικών ρυθμίσεων, προκειμένου να αποφευχθεί η εκπνοή του συνολικού Συντάγματος συνεπεία βιαίου συμβάντος, ή η διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής σε καθεστώς μόνιμης κρίσης, που οδηγεί σε μαρασμό και αποσύνθεση ολόκληρη την οργανωμένη σε κράτος κοινωνία, για την οποία πρόκειται. Από την φύση του αυτή, ο θεσμός της συνταγματικής αναθεώρησης συνιστά και αναδεικνύεται σε ένα από τα θεωρητικώς πλέον στασιαζόμενα και πρακτικώς δυσχερώς αντιμετωπίσιμα θέματα του συνταγματικού δικαίου.

Οι δυσχέρειες αυτές εντοπίζονται τόσο στην θεσμοθέτηση της αναθεώρησης δηλ. στην διαρρύθμιση του μηχανισμού και του επιτρεπομένου εύρους των μεταβολών όσο και στην εφαρμογή του θεσμού και την ανταπόκρισή του στις συντελούμενες τεχνικές, οικονομικές, πνευματικές αλλαγές σε εθνικό ή υπερεθνικό, ακόμα και σε παγκόσμιο, επίπεδο. Αυξάνονται δε και καθιστούν προβληματική την λειτουργία του θεσμού όταν το ίδιο το Σύνταγμα ξεφεύγοντας από τον σκοπό και το ουσιαστικό του νόημα καταγίνεται με την ευκαιριακή ή λεπτομερειακή αντιμετώπιση ζητημάτων που από την φύση και την σημασία τους ανήκουν στην σφαίρα δράσης του κοινού νομοθέτη. Με πληθώρα τέτοιων διατάξεων είναι βαρυφορτωμένο και το Ελληνικό Σύνταγμα, με συνέπεια την ανάγκη προσφυγής στην διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος, προκειμένου να καταστούν δυνατές μεταρρυθμίσεις για τις οποίες θα ήταν επαρκής και ίσως πλέον πρόσφορη ή κοινή νομοθετική διαδικασία. Έτσι βλέπουμε να γίνονται αντικείμενο της αναθεωρητικής του Συντάγματος διαδικασίας, θέματα όπως ο ορισμός της εννοίας του δάσους, η επέκταση της μέριμνας του κράτους στις νησιωτικές και ορεινές περιοχές, ή ο κανονισμός της συνθέσεως των ανωτάτων δικαστηρίων που αποφαίνονται περί της συνταγματικότητας ή μή νομοθετικών διατάξεων. Το βασικό πρόβλημα που δημιουργείται με την επέκταση της διαδικασίας της αναθεώρησης σε τέτοια δευτερεύοντα ζητήματα είναι ότι με την συνεχή ανακίνησή τους ή την βεβιασμένη αντιμετώπισή τους, παραβλέπονται ουσιώδη ζητήματα της κρατικής οργάνωσης, της οικονομικής ζωής και αποτελεσματικής λειτουργίας των ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία είτε μένουν στο περιθώριο, είτε αντιμετωπίζονται κατά τρόπο αναχρονιστικό ή απρόσφορο για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών της κοινωνίας. Συνέπεια του φαινομένου αυτού είναι η απαξίωση του πολιτικού συστήματος στην συνείδηση της κοινωνίας, η υποβάθμιση της Βουλής ως κυρίαρχου πολιτικού σώματος, το οποίο περιορίζεται σε απλή επικύρωση των επιλογών της κομματικής ηγεσίας, και η διόγκωση του κράτους σε ένα υπερφυσικό αυτοτροφοδοτούμενο γραφειοκρατικό μηχανισμό αποκλεισμένο από τα μηνύματα και τις ανησυχίες της κοινωνίας.

Στην σημερινή συγκυρία, οι ανησυχίες της κοινωνίας και οι διαπιστούμενες ουσιαστικές ελλείψεις ή απρόσφορες ή και ελαττωματικές ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος, πιέζουν για μια όσο το δυνατόν ταχύτερη προσφυγή στην αναθεωρητική διαδικασία, προκειμένου να αντιμετωπισθούν αφ’ ενός ορισμένες στρεβλώσεις και δυσκαμψίες της κρατικής μηχανής που αποδίδονται στις ιδεοληψίες και αναχρονιστικούς περιορισμούς των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων και αφ’ ετέρου για να εισαχθούν διατάξεις και ρυθμίσεις που θα επιφέρουν εξυγίανση της δημόσιας πολιτικής ζωής και θα επιτρέψουν στις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εποχής μας με περισσότερη αισιοδοξία αλλά και μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης. Εκεί νομίζω πως βρίσκεται το κλειδί και η ουσία της σκοπούμενης αναθεώρησης. Γιατί είναι γεγονός ότι το ισχύον Σύνταγμα επέτρεψε μεν την άψογη λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών και την εμπέδωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, πλην όμως δεν απέτρεψε την επέκταση της διαφθοράς στον πολιτικό βίο και στη δημόσια διοίκηση και τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της κοινωνικής ζωής και της οικονομίας από ένα κρατικό μηχανισμό, η λειτουργία του οποίου έχει καταστεί αυτοσκοπός και εξυπηρετεί όχι τα πρόσωπα και τις κοινωνικές ομάδες χάριν των οποίων συνεστήθη και οργανώθηκε, αλλά τα όργανα που τον πλαισιώνουν και και τον κινούν φαινομενικά, ενώ ουσιαστικά του αδρανοποιούν.

Η ανατροπή αυτής της κατάστασης και εμφύσηση μιας νέας δυναμικής που θα επιτρέψει στον ελληνικό λαό ένα καινούργιο ξεκίνημα και μια αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον συνδέεται στενά με μία σοβαρή και ουσιαστική προσπάθεια αναθεώρησης του Συντάγματος. Η αναθεώρηση καθ’ εαυτήν, μπορεί να μην αποτελεί πανάκεια και δεν αρκεί από μόνη της να εξασφαλίσει την ανέφελη πορεία ενός έθνους προς την πρόοδο και την ευημερία, καθίσταται όμως αναγκαία όταν στις υπάρχουσες συνταγματικές διατάξεις και στον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής τους ενυπάρχουν ελλείψεις και στρεβλώσεις, τυφλές απαγορεύσεις, τα αποτελέσματα των οποίων αποδεικνύονται επιβλαβή για την επίτευξη των βασικών σκοπών ενός Δημοκρατικού Συντάγματος που είναι η εγκατάσταση και απρόσκοπτη λειτουργία ενός κράτους δικαίου και η δημιουργία των θετικών προϋποθέσεων για την ανάπτυξη και ευημερία της κοινωνίας των πολιτών. Και αυτό βέβαια γιατί στα Δημοκρατικά Πολιτεύματα το κράτος υφίσταται και λειτουργεί χάριν της κοινωνίας και των πολιτών και όχι αντιστρόφως.

Στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία βρίσκουμε όλες σχεδόν τις βασικές παραλλαγές του επιτρεπτού ή μή και των προβλεπομένων τρόπων αναθεώρησης, από την απόλυτη ανυπαρξία δυνατότητας αναθεώρησης μέχρι την πρόβλεψη διαφόρων μορφών επιτρεπόμενης αναθεώρησης με γενική την κατεύθυνση προς καθιέρωση απλουστέρων τρόπων συνταγματικών μεταβολών. Η σειρά των Ελληνικών συνταγματικών κειμένων μέχρι σήμερα έχει ως ακολούθως :

Α. – Προεπαναστατικά Κείμενα

     1. Χάρτα του Ρήγα.     2. Τα τρία Συντάγματα της Ιονίου Πολιτείας. 

Β. – Τοπικά Πολιτεύματα (1821)

     1. Οργανισμός της Πελοποννήσου.     2. Οργανισμός της Δυτικής Ελλάδος.     3. Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος.

Γ. – Περίοδος Επαναστάσεως

     1. Σύνταγμα («Προσωρινό Πολίτευμα») Επιδαύρου 1.1.1822 (Α΄ Εθνοσυνέλευση)     2. «Νόμος της Επιδαύρου» όπως ονομάστηκε η αναθεώρηση του προηγουμένου από την Συνέλευση του Άστρους (Β΄ Εθνοσυνέλευση 1823).    

3. Σύνταγμα Τροιζήνας (Γ΄ Εθνοσυνέλευση Μαϊου 1827).

4. Πράξη τροποποιητική του αμέσως προηγουμένου (Προσωρινό Πολίτευμα) από 18.1.1828.

5. «Σύνταγμα» Άργους της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης που επικύρωσε την προηγούμενη Πράξη με ορισμένες τροποποιήσεις (Ιούλιος 1829).    

6. Σύνταγμα (Ηγεμονικό) Ναυπλίου (Ε΄ Εθνοσυνέλευση) 15.3.1832 (μη εφαρμοσθέν).

Δ. – Περίοδος Νέου Ελληνικού Κράτους

1. Σύνταγμα 1844 (Α΄ Εθνοσυνέλευση).    

2. Σύνταγμα 1864 (Β΄ Εθνοσυνέλευση).

3. Αναθεώρηση 1911 (της Β΄ Αναθεωρητικής Βουλής).

4. Γ΄ Συντακτική Συνέλευση 1920 (δεν ολοκλήρωσε το έργο της).

5. Δ΄ Εθνοσυνέλευση (1924), (δεν ολοκλήρωσε το έργο της).     Ψήφισμα 30.6.1925.

6. Σύνταγμα 29.9.1925 (τροποποιημένο το Σχέδιο της Τριακονταμελους Επιτροπής).

7. Σύνταγμα 22.9.1926 (Αρχικό κείμενο 30μελούς Επιτροπής).

8. Σύνταγμα 3.6.1927.   

9. Ψήφισμα από 10.10.1935 της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης περί καταργήσεως του Συντάγματος του 1927 και επαναφοράς του Συντάγματος του 1911, συμπληρωθέν με την Δ΄ Συντακτική Πράξη της 14.10.1935 και την Ζ΄ Συντ. Πράξη της 28.10.1935 περί διατηρήσεως ορισμένων διατάξεων του Συντάγματος του 1927.

10. Σύνταγμα 1.1.1952.

11. Συντάγματα Δικτατορίας 1968/1973, μή τεθέντα ουσιαστικώς σε εφαρμογή και μή αναγνωρισθέντα ως γνήσια συνταγματικά κείμενα (Βλ. αγόρευση Δ. Παπασπύρου στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή της 27.3.1975).

12. Επαναφορά Συντάγματος 1952 (1974).

13. Επίλυση μορφής Πολιτεύματος με Δημοψήφισμα (1974).

14. Νέο Σύνταγμα (ως Αναθεώρηση του Συντάγματος) του 1952 της 3.6.1975.

15. Αναθεωρήσεις 1986, 2001 και 2008.

Είναι αξιοσημείωτο από της εξεταζόμενης σήμερα πλευράς των περί αναθεωρήσεως προβλέψεων και ρυθμίσεων, ότι ενώ στο Σχέδιο της “Νέας Πολιτικής Διοικήσεως” του Ρήγα προβλεπόταν ρητά ο θεσμός της αναθεώρησης και μάλιστα με λαϊκή πρωτοβουλία από τοπικές συνελεύσεις (άρθρο 115), τα Συντάγματα της Επαναστάσεως αμέλησαν να αντιμετωπίσουν το θέμα, δεδομένης της ευχερείας συγκλήσεως διαδοχικών Εθνοσυνελεύσεων, εφ’ όσον χρόνο το έθνος ετέλει υπό Επανάσταση, και συνεπώς οι συνελεύσεις του ως επαναστατικές είχαν ταυτόχρονα και συντακτικό χαρακτήρα. Όμως παρ’ όλη την αναμφισβήτητη αλήθεια του εν λόγω χαρακτήρα των διαδοχικών Συνελεύσεων, οι επόμενες Εθνοσυνελεύσεις, εξ ιδίας προαιρέσεως, αναφέροντο στα προηγούμενα Συντάγματα ως βάσεις του συντακτικού τους έργου, εμφανιζόμενου ως “αναθεωρητικού”. Έτσι, στο Β΄ ψήφισμα της Δ΄ εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως ορίζεται ότι η Κυβέρνηση κατά την σύνταξη του σχεδίου του νέου Συντάγματος θέλει συμμορφωθεί με τας αρχάς τας οποίας παρεδέχθησαν αι εν Επιδαύρω και εν Άστρει και εν Τροιζήνι Συνελεύσεις. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι έκτοτε είχε ριζωθεί η αντίληψη περί απολύτου σεβασμού των θεμελιωδών αρχών του ελληνικού συνταγματικού βίου και περί παγίων κοινών ιδεολογικών βάσεων των ελληνικών συνταγμάτων. Απολύτως αυστηρό ήταν και το Σύνταγμα του 1844, καθ’ ό συμβατικού χαρακτήρος. Το ότι δεν προβλέπετο η δυνατότητα αναθεωρήσεως δεν εμπόδισε πάντως την δι’ απλού νόμου του έτους 1857 τροποποίηση του άρθρου 75 που ανεφέρετο στο ύψος της βουλευτικής αποζημιώσεως. Κατά μία άποψη, η αναθεώρηση δεν απεκλείετο εφ’ όσον ήθελε τηρηθεί η βασική προϋπόθεση της συμπράξεως του Βασιλέως. Μετά τα απολύτως αυστηρά Συντάγματα της Επανάστασης και της Συνταγματικής Μοναρχίας του 1844, από το 1864 με το Σύνταγμα της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης εγκαινιάσθηκε μία περίοδος ελεγχόμενης αυστηρότητας, με θέσπιση ειδικών διαδικασιών αναθεώρησης, που καλύπτονται κάτω από το λεγόμενο σύστημα των δύο Βουλών. Το σύστημα αυτό ιδιαιτέρως βεβαρυμένο και χρονοβόρο υπό το Σύνταγμα του 1864, κατέστη λιγώτερο τυπικό και δυσκίνητο με το Σύνταγμα του 1911. Ευνοϊκώτερα προς μία ταχύτερη και ευχερέστερη από την άποψη της απαιτούμενης πλειοψηφίας υπήρξαν τα συνταγματικά Κείμενα του 1952 και του 1975. Από όλες αυτές τις ρυθμίσεις μόνο οι διατάξεις του τελευταίου Συντάγματος έτυχαν πλήρους εφαρμογής και οδήγησαν στις αναθεωρήσεις του 1986, του 2001 και του 2008.

Όλες οι προηγούμενες, και δη οι ουσιαστικές αναθεωρήσεις του 1911, του 1952 και 1975, έγιναν χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων από τα προϊσχύοντα των αναθεωρήσεων αυτών συντάγματα διαδικασιών.  Η τηρηθείσα διαδικασία συνετμήθη ή καθορίστηκε επιτροχάδην AD HOC κατά γενική αποδοχή του πολιτικού κόσμου όπως έγινε κατά την ανάθεση επιψηφήσεως του αναθεωρητικού κειμένου της Επιτροπής του ΞΗ΄ ψηφίσματος από την Βουλή της 9.9.1951, αν και κατά την επακολουθήσασα ψηφοφορία της 18.12.1951 η τότε Αντιπολίτευση απεχώρησε πριν από την ψηφοφορία.

Η γενική αυτή αποτυχία τηρήσεως των θεσπισμένων όρων και διαδικασιών της αναθεώρησης ανταποκρίνεται σε μία πρακτική ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης χρονιζόντων προβλημάτων που σωρεύθηκαν από μή ελεγχόμενα πολιτικώς και νομικώς γεγονότα (πόλεμοι, δικτατορίες κλπ.) αλλά και μία εγγενή δυσπιστία στον θεσμό της αναθεώρησης, τον οποίο έγκυροι νομικοί εκλαμβάνουν ως περιττό και επιβλαβές συνταγματικό βάρος, χωρίς ιδιαίτερη νομική αξία. Είναι γνωστή η επί του προκειμένου θέση του Ν. Ν. Σαριπόλου, του Κυπρίου την καταγωγή μεγαλύτερου Έλληνα συνταγματολόγου του 19ου αιώνα, ο οποίος, αναφερόμενος στο άρθρο 107 του Συντάγματος του 1864, εχαρακτήριζε τούτο ως ουδεμίαν έχον ισχύν καθ’ ό αντικείμενο στην κυριαρχία του Έθνους και στον “ορθό λόγο”, προβάλλων ως βασικό επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατόν η υπό της μονήρους Βουλής δια συναλλαγής ενασκουμένη ολιγαρχική τυραννίς να θελήσει ποτέ να συγκατατεθεί στο να καταλύσει εαυτήν συναινούσα εις την αναθεώρησιν του Συντάγματος (Βλ. Ν. Ν. Σαριπόλου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Α, 1912, σελ. 41). Αλλά και μετ’ αυτόν, πλείστοι διαπρεπείς νομικοί και πολιτικοί εξέφρασαν παρόμοιες απόψεις, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα της “εκ της περιλαλήτου συναλλαγής επερχόμενης πολιτειακής εξαχρειώσεως” (Βλ. Κ. Βασιλείου, Η Αναθεώρησις του Συντάγματος, 1912, σελ. 9). Αλλά και οι σύγχρονοι συνταγματολόγοι υπογραμμίζουν την χρησιμότητα της πραγματοποίησης συνταγματικών μεταβολών κατά καταστρατήγηση της συνταγματικής νομιμότητας (Βλ. Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, 2005, σελ. 216). Όπως τονίζει και ο Δημήτρης Τσάτσος, όταν το δίκαιο έρχεται αντιμέτωπο με την πολιτική πραγματικότητα, η σύγκρουση μεταξύ τους αναδεικνύει ως νικητή την τελευταία (Βλ. Δημ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Α΄, 1994, σελ. 192).

Πέρα όμως από την πρακτική πλευρά του ζητήματος είναι γεγονός ότι η θεσμοθετημένη κατ’ έκταση και κατ’ ακολουθητέα διαδικασία αναθεώρηση παρουσιάζει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Εφ’ όσον στηρίζεται αποκλειστικώς στην πρόταση της προηγούμενης κοινής Βουλής, η οποία καθορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις και, κατά μία άποψη που έχει βρει ανταπόκριση και στην πρόσφατη αναθεωρητική πρακτική, προσδιορίζει βασικά και το ουσιαστικό περιεχόμενο της νέας ρυθμίσεως, είναι εκ των προτέρων σχεδόν αδύνατο να επεκταθεί σε κρίσιμα βασικά θέματα του πολιτικού βίου της Χώρας και είναι μάλλον απίθανο να επιτύχει ουσιαστικές ρυθμίσεις ανταποκρινόμενες στις απαιτήσεις του μέλλοντος και στα αντικειμενικά δεδομένα των παρουσιαζομένων προβλημάτων. Είναι δύσκολο π.χ. να φανταστούμε Βουλή που θα ψήφιζε την μείωση του αριθμητικού ορίου βουλευτών. Η θεσμοθετημένη αναθεώρηση έχει το μεγάλο προσόν της τυπικής νομιμοποίησης αλλά και το μειονέκτημα της μειωμένης αποτελεσματικότητας. Τούτο απεδείχθη κατά την τελευταία απόπειρα ουσιαστικής αναθεωρήσεως από την Αναθεωρητική Βουλή του 2007 η οποία κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία.

Και οι τρεις μεγάλες αναθεωρήσεις που έγιναν στην Χώρα μας με σημαντική επιτυχία στην ανταπόκρισή τους στις απαιτήσεις των καιρών, δηλαδή οι αναθεωρήσεις του 1911, του 1952 και του 1975 έγιναν κατά παραβίαση της νομικά προβλεπομένης διαδικασίας. Αντίθετα, οι τυπικά έγκυρες αναθεωρήσεις της τελευταίας 25ετίας δεν διακρίθηκαν ούτε για την επέμβασή τους σε καίρια ζητήματα του δημοσίου βίου και της κρατικής οργάνωσης ούτε για την επιτυχή ρύθμιση πολλών από τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκαν, κυρίως ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας. Η πλέον επιτυχής από τις τρεις τελευταίες αναθεωρήσεις ήταν η χρονικώς μεσαία η οποία οφείλει την επιτυχία της όχι τόσο στην τήρηση της νόμιμης διαδικασίας αλλά στην επιτευχθείσα κοινή πολιτική βούληση των δύο μεγάλων κομμάτων της Χώρας, πράγμα που σημαίνει ότι το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι τόσο η τήρηση της προβλεπόμενης αναβλητικής προθεσμίας, αλλά η διαμόρφωση ενός συναινετικού κλίματος και κοινής βούλησης του πολιτικού κόσμου για την πραγματοποίηση βασικών μεταρρυθμίσεων, όπως θα ήταν:  α)  Η μείωση του αριθμητικού ορίου των βουλευτών σε 200, β) Η απαγόρευση προώρου διαλύσεως της Βουλής χωρίς να συντρέχει περίπτωση απωλείας της εμπιστοσύνης της προς την Κυβέρνηση. Η συνεχής επιδίωξη της διενεργείας προώρων εκλογών συνιστά ουσιαστικώς άρνηση της λαϊκής ετυμηγορίας, και άλλα.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η σημερινή ελληνική κοινωνία εκφεύγει από τα όρια μιας περιορισμένης αναθεώρησης, αναφερομένης σε λεπτομερειακά ή δευτερεύοντα θέματα της δημόσιας ζωής. Η κοινωνία μας βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολλαπλής κρίσης. Η κρίση που βρίσκουμε όλοι μας δεν είναι μόνο δημοσιονομική και οικονομική, είναι και ηθική και πνευματική. Είναι κρίση θεσμών, νοοτροπίας, παιδείας, σκοπών ζωής, με μία λέξη κρίση ταυτότητας. Για να λήξει χρειάζεται πάνω απ’ όλα η διαμόρφωση κοινής πολιτικής βούλησης. Αν αυτή ξεκινήσει με την ενιαία γραμμή ισχύοντος Συντάγματος το γεγονός αυτό θα αποτελέσει το μεγαλύτερο δώρο προς τον ελληνικό λαό και θα σημαίνει την ανάκτηση της αξιοπιστίας και του κύρους του πολιτικού κόσμου. Η συντόμευση της προθεσμίας της αναθεώρησης μπορεί να στηριχθεί στην ίδια αρχή της συναίνεσης του πολιτικού κόσμου και την αντίληψη της αναγκαίας συνέχειας του αναθεωρητικού έργου σε περίπτωση που η προηγούμενη προσπάθεια ατόνισε και παρέμεινε ημιτελής, Όπως πράγματι συνέβη με την Αναθεωρητική Βουλή του 2007.

[Ο κ. Σπύρος Ι. Νικολάου είναι Σύμβουλος Επικρατείας ε.τ., Δικηγόρος, νομικός συντάκτης του κυβερνητικού προσχεδίου Συντάγματος του 1975, Γεν. Γραμματεύς της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας.]

_________________________________________________________

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ κ. ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ:  ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ;

Δεν είμαι συνταγματολόγος, ούτε καν νομικός. Θα τολμήσω ελάχιστες συντομογραφικές παρατηρήσεις μόνο για τη λογική προφάνεια της ανάγκης να συνταχθεί Σύνταγμα της Eλλάδας καινούργιο, εξ υπαρχής.

Aπό το οθωνικό Σύνταγμα του 1844 ώς σήμερα, τα Συντάγματα της Eλλάδας δεν έχουν ευδιάκριτο χαρακτήρα «κοινωνικού συμβολαίου». H λογική που τα διέπει δεν αποβλέπει σε όρους συλλογικής συνύπαρξης, σχέσεων κοινωνίας, κατασφάλισης κοινωνικών προτεραιοτήτων, δηλαδή λαϊκής κυριαρχίας. Tα Συντάγματα κωδικοποιούν οριοθετήσεις εξουσιών: εξουσίας ατόμων και εξουσίας θεσμών.

Eιδικά από το Σύνταγμα του 1985 και μετά, η λογική της συνταγματικής νομοθεσίας κατατείνει στην όλο και μεγαλύτερη αυτονόμηση της εξουσίας των κομμάτων σε βάρος της λαϊκής κυριαρχίας. Mε μια φαινομενικώς ακραία αλλά ρεαλιστική διατύπωση θα έλεγε κανείς ότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, τείνει συνεχώς να υποκατασταθεί από το διαστροφικό φαινόμενο της κομματοκρατίας.

Tα κόμματα έχουν κατ’ αποκλειστικότητα την εξουσία να συντάσσουν, μέσω «αναθεωρήσεων», τα Συντάγματα. H προκήρυξη εκλογών για «αναθεωρητική Bουλή» δεν προσθέτει τον παραμικρό κοινωνικό έλεγχο στις αυτονομημένες εξουσίες των κομμάτων. Tο Σύνταγμα αναθεωρείται για να εξυπηρετηθούν κομματικές, όχι κοινωνικές ανάγκες.

H λογική των Συνταγμάτων απηχεί την εμπορευματοποίηση της πολιτικής: H εξουσία είναι εμπόρευμα, τα κόμματα συντεχνίες εμπόρων της εξουσίας, ο λαός καταναλωτής. Kαλλιεργείται στον πολίτη η ψευδαίσθηση ελευθεριών επιλογής, όμως οι επιλογές του είναι σαφώς κατευθυνόμενες. H «δημοκρατία» καταλήγει να είναι ό,τι ακριβώς και το μάρκετινγκ: ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Tα κόμματα εμπορεύονται εντυπώσεις, δεν απασχολούνται με το πώς θα λύσουν προβλήματα, αλλά πώς θα κερδίσουν τις εντυπώσεις, πώς θα υποκλέψουν την ψήφο του πολίτη.

Oι πολίτες ούτε εκλέγουν ούτε ελέγχουν την εξουσία. Eκλέγουν την εξουσία τρεις παράγοντες: O μάγειρος του εκάστοτε εκλογικού νόμου, οι κομματικοί αρχηγοί που καταρτίζουν τα ψηφοδέλτια και οι κεφαλαιούχοι που χρηματοδοτούν την προεκλογική διαφήμιση των κομμάτων. Mελέτες αγοράς βεβαιώνουν ότι ένα κρίσιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα ποσοστό των ψηφοφόρων ψηφίζει χωρίς αξιολογικά κριτήρια, χωρίς λογικό ειρμό, μόνο με ψυχολογικές παρορμήσεις, επιδερμικές εντυπώσεις.

Xρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα, γιατί αυτός ο τρόπος λειτουργίας του κομματικού συστήματος οδήγησε τη χώρα σε διάλυση, χρεοκοπία, διεθνή εξευτελισμό. Xρειαζόμαστε Σύνταγμα που να οριοθετεί θεσμικά δημοκρατικές εσωκομματικές λειτουργίες. Nα αποκλείει πρακτικές εμπορευματοποίησης της πολιτικής και πελατειακής ψηφοθηρίας, να επανασυνδέει το υπούργημα του βουλευτή με την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων του.

Θεωρητικά, τον ρόλο κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας τον έχουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ο συνδικαλισμός. Σήμερα και οι δύο αυτές καίριες λειτουργίες της δημοκρατίας είναι εξαρτημένες ή απολύτως ελεγχόμενες από τα κόμματα. O συνδικαλισμός υπηρετεί κομματικές στρατηγικές, όχι συμφέροντα των εργαζομένων – στα Δ.Σ. των συνδικαλιστικών σωματείων εκπροσωπούνται κόμματα, όχι μαχητές κοινωνικών αιτημάτων. Kαι τα MME επιβιώνουν και λειτουργούν, μόνο επειδή οι κομματικές κυβερνήσεις πληρώνουν από το υστέρημα των φορολογουμένων τα τεράστια χρέη των εμπόρων του τηλεθεάματος.

Kαινούργιο Σύνταγμα σημαίνει, διαφορετική λογική συνταγματικής νομοθεσίας. Oριοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που να αποδώσουν τον συνδικαλισμό και τα MME στη διακονία των κοινωνικών αναγκών και στόχων, όχι των κομματικών – συντεχνιακών. Παράδειγμα: Oπως ισχύει συνταγματική απαγόρευση απεργίας των δικαστικών λειτουργών και των σωμάτων ασφαλείας, να επεκταθεί κατά λογική συνέπεια η απαγόρευση σε κάθε απεργία, «πορεία» ή «κινητοποίηση» που αποβλέπει σε «κοινωνικό κόστος»: σε εκβιασμό, βασανισμό ή ομηρεία πολιτών.

H ριζική αλλαγή της λογικής του Συντάγματος προϋποθέτει δημοψηφισματική διασάφηση της σκοποθεσίας του: Nα συνομολογήσουμε οι σημερινοί Eλληνες, κατά πλειοψηφία, τί είδους κοινωνία θέλουμε, ποιές προϋποθέσεις συνύπαρξης επιλέγουμε. Θέλουμε την ελληνικότητα ως κρατική απλώς υπηκοότητα, δηλαδή ως εθνικότητα, ιδεολογική συνιστώσα του έθνους – κράτους, όπως την όριζε η φιλοσοφία του Διαφωτισμού; Mάς αρκεί μια συλλογικότητα «πλουραλιστική», ανεκτική της ακοινωνησίας που επιβάλλει στανικά η επιθετική «διαφορετικότητα», η εκδοχή του ανθρώπου ως καταναλωτικής αποκλειστικά μονάδας; ΄H εκδεχόμαστε και θέλουμε την ελληνικότητα ως πρόταση πολιτισμού, πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, που το ελλαδικό κράτος καλείται να την διαχειριστεί ως ιδιαιτερότητα, ικανή όμως να διακονήσει πανανθρώπινη ανάγκη;

Aπό τη δημοψηφισματική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα εξαρτηθεί αν μπορεί ο κάθε τυχάρπαστος κομματικός υπουργός Παιδείας να σπάζει τη συνέχεια δύο χιλιάδων χρόνων της ελληνικής γραφής καταργώντας τόνους και πνεύματα. Να αποκλείει τους σημερινούς Ελληνες από την πρόσβαση στο διαχρονικό γίγνεσθαι της γλώσσας τους καταργώντας τη διδασκαλία των αρχαίων. Ή να «αποδομεί» την ιστορική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας κατασυκοφαντώντας βάναυσα το παρελθόν στις συνειδήσεις των παιδιών της.

Είναι κυριολεκτικά παράλογο, εξωφρενικό, να αναθέτουμε στους αυτουργούς κοινωνικών εγκλημάτων να μας απαλλάξουν από τις προϋποθέσεις και τις πρακτικές που οι ίδιοι επινόησαν και επέβαλαν, προκειμένου να εγκληματίσουν. Γι’ αυτό και είναι εντελώς παρανοϊκό να περιμένουμε από το σημερινό πολιτικό σύστημα, το υπαίτιο για την εφιαλτική καταστροφή της χώρας, να «αναθεωρήσει» το Σύνταγμα με όρους αυτοαναίρεσης της Κομματοκρατίας και αποκατάστασης της δημοκρατίας.

Περιμένουμε από τον νομικό κόσμο της χώρας, φορέα των ευθυνών της τρίτης στη δημοκρατία εξουσίας, να φωτίσει δυνατότητα εξόδου από το ασφυκτικό αδιέξοδο: Χρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα και δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τη σύνταξή του σε πολιτικό προσωπικό που, κατ’ εξακολούθησιν, ευτέλισε τη συνταγματική λογική.

Δώστε μας λύση.

 _________________________________________________________

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ κ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ 

Η βαθιά κρίση –οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική-την οποία διέρχεται τον τελευταίο καιρό η Ελλάδα νομιμοποιεί κάθε σκεπτόμενο Έλληνα να αναρωτηθεί τι πρέπει να γίνει ώστε να μπορέσει η χώρα μας να βγει επί τέλους από αυτόν τον λαβύρινθο της καταχρέωσης, της απαξίωσης, της εθνικής και κοινωνικής μειονεξίας.

Μία τέτοια συζήτηση εύλογο είναι να έλθει και στις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για να επαναθεμελιωθεί μια υγιής κρατική λειτουργία. Αποτελεί κοινό τόπο ότι χρειαζόμαστε ένα Σύνταγμα σύγχρονο και λιτό, με ουσιαστικό στόχο την αποτελεσματική διοίκηση του κράτους από σταθερές κυβερνήσεις με αδιατάρκατη τετραετή θητεία. Το σημερινό καθεστώς, κατά το οποίο ο εκάστοτε πρωθυπουργός μπορεί να επικαλείται -ακόμη και προσχηματικά- «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» (άρθρ. 41 § 2Σ) και να ζητά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών, έχει συμβάλει στην απαξίωση των θεσμών και γενικότερα του πολιτικού συστήματος της χώρας. Η Βουλή πρέπει να συγκροτείται από κόμματα με συνταγματικώς κατοχυρωμένη δημοκρατική λειτουργία και διαφανή χρηματοδότηση. Τα μέλη δε της Βουλής, οι βουλευτές, όχι περισσότεροι των διακοσίων, αφενός δεν θα επιτρέπεται να καθιστούν την πολιτική δραστηριότητα επάγγελμα και αφετέρου θα λογοδοτούν, όταν και όπου απαιτείται, όπως κάθε άλλος πολίτης.

Οι παρατηρήσεις ως προς τις αναγκαίες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις – όποτε αυτές και αν γίνουν – σκόπιμο είναι να αρχίσουν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται μεν στο Σύνταγμα (άρθρ. 30) ως ο «ρυθμιστής του Πολιτεύματος», στην πραγματικότητα όμως είναι αποψιλωμένος από οποιαδήποτε εξουσία και περιορίζεται σήμερα σε καθήκοντα απλώς εκπροσωπευτικά και διακοσμητικά. Η σχετική ρύθμιση του ισχύοντος Συντάγματος έχει στερήσει το Πολίτευμα από τη δυνατότητα του θεσμικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας και έχει οδηγήσει στην εξουδετέρωση ενός πολιτειακού παράγοντα υπερκομματικής κατά τεκμήριο αποδοχής, ο οποίος θα έπρεπε να είναι παράγων σταθερότητας και ισορροπίας. Η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από τον λαό, σε συνδυασμό με την επαναφορά ουσιαστικών ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του, μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αποκατάσταση της ισορροπίας, η οποία απαιτείται για τη χρηστή διοίκηση του Κράτους, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως αυτή την οποία αντιμετωπίζει σήμερα η πατρίδα μας.

Ένα νέο Σύνταγμα επιβάλλεται να περιέχει ρυθμίσεις, με τις οποίες: διευκολύνεται ο άμεσος επανασχεδιασμός της κρατικής λειτουργίας με επίκεντρο τον πολίτη· εξασφαλίζεται ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, η ταχεία ενίσχυση της αειφόρου ανάπτυξης, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και των πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας για την εξάλειψη του δημοσίου χρέους και τον ταχύτερο δυνατό μηδενισμό του ελλείμματος· επιδιώκεται η αποκατάσταση των θυσιών των μισθωτών, των συνταξιούχων και των υπερβολικά βαρυνόμενων φορολογουμένων με την οικοδόμηση ενός κοινωνικού κράτους ασφάλειας και πρόνοιας, που να ανταποκρίνεται στις εύλογες αξιώσεις των πολιτών έναντι της συνεισφοράς τους στο κοινό ταμείο.

Ένα νέο Σύνταγμα θα έπρεπε να καθιστά σαφή προς κάθε κατεύθυνση, τόσον προς τα μέσα όσο και προς τα έξω, τη θέση της Πολιτείας απέναντι στην ανάπτυξη, το επιχειρηματικό κέρδος και την ιδιωτική πρωτοβουλία, ώστε ο επενδυτής –Έλληνας ή αλλοδαπός – να μην αιφνιδιάζεται από τις συνεχείς αλλαγές του σχετικού νομοθετικού καθεστώτος. Παράλληλα πρέπει να εξασφαλίζεται ένα ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα, το οποίο αφενός θα καλλιεργεί εθνική φορολογική συνείδηση και αφετέρου θα ενθαρρύνει ικανούς, παραγωγικούς και δημιουργικούς πολίτες του κόσμου να επιλέξουν τη χώρα μας ως τόπο διαμονής και ως κέντρο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.

Μια από τις βασικές επιδιώξεις αναθεώρησης του Συντάγματος πρέπει να είναι η κατοχύρωση ισχυρής και αποτελεσματικής Δημόσιας Διοίκησης, ενός αγαθού το οποίο η Ελληνική κοινωνία θα μπορέσει να απολαύσει τουλάχιστον μετά από μια περίοδο ωρίμανσης.

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να απελευθερωθεί η νέα γενεά και οι επερχόμενες από τον βραχνά της αποκλειστικά δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η παράγρ. 5 του άρθρου 16 του ισχύοντος Συντάγματος πρέπει ασφαλώς να αναθεωρηθεί και να επιτραπεί άμεσα η λειτουργία και ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού βεβαίως ληφθεί πρόνοια για τους όρους παροχής άδειας λειτουργίας και για την άσκηση εποπτείας αυτών από ειδική ανεξάρτητη αρχή, ώστε να μην αλωθούν από επιχειρηματικά συμφέροντα. Παράλληλα πρέπει να αποκατασταθεί η ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση των υπαρχόντων Α.Ε.Ι. με βάση εκπαιδευτικά και οικονομικά κριτήρια και όχι κοινωνικά ή συνδικαλιστικά μόρια και ισορροπίες. Τα πανεπιστήμια πρέπει να υπηρετούν αποκλειστικά την αριστεία, την έρευνα και την παραγωγή επιστημόνων με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα. Αυτό δεν μπορεί όμως να επιτευχθεί, εάν προηγουμένως δεν απελευθερωθούν οι ανώτατες σχολές από τα κομματικά δεσμά. Αριστεία και προαγωγή της επιστήμης και της έρευνας δεν μπορούν να επιτευχούν, εάν τα κόμματα δεν αποσύρουν από τα πανεπιστήμια τις νεολαίες τους. Και επειδή ασφαλώς τα κόμματα δεν θα το κάνουν αυτό εκουσίως, πρέπει να εξοπλίσουμε την Πολιτεία με τη δυνατότητα να το επιβάλει. Χωρίς ελεύθερη από κομματικές εξαρτήσεις Ανώτατη Εκπαίδευση δεν θα μπορέσει να υπάρξει ούτε Δημόσια Διοίκηση, ούτε Δικαιοσύνη, ούτε Υγεία, ούτε αειφόρος εγχώρια ανάπτυξη. Οι παλαιότεροι από εμάς αναπολούμε τα χρόνια που το ΕΜΠ εθεωρείτο ισάξιο του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης και που η Ιατρική και η Νομική Σχολή των δύο τότε πανεπιστημίων της χώρας μας ήταν κορυφαίες επιλογές κάθε φιλόδοξου και φιλοπρόοδου νέου Έλληνα.

Ένα νέο Σύνταγμα πρέπει να θέτει τα θεμέλια της εξυγίανσης και του εκσυγχρονισμού του θεσμού της Κοινωνικής Προνοίας και της λειτουργίας ενός ουσιαστικού και αποτελεσματικού Εθνικού Συστήματος Υγείας και Ασφάλισης. Στον τομέα αυτόν έχουμε να ωφεληθούμε πολλά, εάν μελετήσουμε τα συστήματα άλλων χωρών που έχουν αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα, όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία.

Ένα αναθεωρημένο Σύνταγμα πρέπει να προβλέπει και να κατοχυρώνει τη δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων και τη διαφανή (κρατική, ενδεχομένως και ιδιωτική) χρηματοδότησή τους, προβλέποντας αυτεπάγγελτες και ουσιαστικές κυρώσεις, όταν αυτή καταστρατηγείται.

Προκειμένου να προκύψει από τα κόμματα μια αντιπροσωπευτική, ικανή και αποτελεσματική κυβέρνηση, χρειάζεται ένα εκλογικό σύστημα σταθερό, που να μην αλλάζει κάθε φορά ανάλογα με τις επιθυμίες και τις προβλέψεις του κυβερνώντος κόμματος και το οποίο θα περιορίζει τη δουλεία του σταυρού, θα διευκολύνει την εκλογή ικανών και αξίων πολιτικών και θα υποχρεώνει την εναλλαγή των προσώπων σε κάθε αιρετό αξίωμα. Έτσι θα εξασφαλίζεται το υποχρεωτικό και τακτικό αναβάπτισμα των πολιτικών στην παραγωγή και την ελεύθερη οικονομία. Η πολιτική πρέπει επί τέλους να γίνει λειτούργημα και όχι καριέρα. Είναι καιρός, και αυτό το πάλαι ποτέ «κλειστό επάγγελμα» του πολιτικού να πάψει –πέραν από  «κλειστό»–  να είναι και «επάγγελμα».

Το ισχύον Σύνταγμα (άρθρ. 87 § 1) κατοχυρώνει μεν την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, η ανεξαρτησία όμως της Δικαιοσύνης υπονομεύεται συχνά έμμεσα από την εκάστοτε Κυβέρνηση με διάφορες νομοθετικές πρωτοβουλίες του Υπουργού Δικαιοσύνης, που έχουν ως αποτέλεσμα την απορρύθμιση της Δικαιοσύνης και την αναστάτωση των δικαστικών λειτουργών. Ας θυμηθούμε από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν την ευκαιριακή και χωρίς γνώμη του Αρείου Πάγου νομοθετική επέμβαση στη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και των Πειθαρχικών Συμβουλίων· τη διά νόμου αλλαγή του τρόπου επιθεώρησης των δικαστηρίων, προκειμένου να αποχωρήσει ο μη αρεστός στο υπουργείο επικεφαλής της επιθεώρησης· την απόπειρα νομοθετικής τακτοποίησης των ειρηνοδικών με αθρόα ένταξή τους σε θέσεις πρωτοδικών ανεξαρτήτως προσόντων και χωρίς διαδικασία επιλογής, παρά τη ρητή αντίθετη επιταγή του Συντάγματος (άρθρ. 88 § 1)·  τη νομοθετική αναβάθμιση του ρόλου και της επιρροής των «συνδικαλιστών» του δικαστικού σώματος κατά συστηματική αγνόηση των «μη συνεργάσιμων» θεσμικών οργάνων αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης κ.ά.  Όταν με τον τρόπο αυτόν υπονομεύεται η Δικαιοσύνη, περιέρχεται αυτή σε αδυναμία να εκπληρώσει ικανοποιητικά την ελεγκτική και κυρωτική αποστολή της. Και αυτό δεν συμφέρει κανέναν, ούτε και την ίδια τη Κυβέρνηση. Διότι – όπως έλεγε ο αλησμόνητος Στέφανος Ματθίας – η πολιτική εξουσία είναι διαβατική ενώ η νομιμότητα, την οποία η Δικαιοσύνη είναι ταγμένη να διαφυλάσσει, αποτελεί τη μόνη σταθερή εγγύηση για όλους. Η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει συνεπώς να κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης κατά τέτοιον τρόπο, ώστε φαινόμενα σαν αυτά που προανέφερα να μην είναι πλέον δυνατά.

Στο πλαίσιο αναβάθμισης της ουσιαστικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης πρέπει να εξετασθούν δύο ακόμη θέματα: Ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων και η ανάγκη ιδρύσεως Συνταγματικού Δικαστηρίου.

α) Ουσιαστική ανεξαρτησία της Διακαιοσύνης και επιλογή των προέδρων και αντιπροέδρων των Ανωτάτων Διακστηρίων της σώρας από την εκτελεστική εξουσία δεν συμβιβάζονται. Όσο το σύστημα αυτό εξακολουθεί να ισχύει, η Διακαιοσύνη θα εμφανίζεται ως κηδεμονευόμενη από την εκάστοτε Κυβέρνηση, δηλαδή το κόμμα. Μια από τις δυνατές λύσεις θα ήταν, να επιλέγει η Κυβέρνηση τους προέδρους και αντιπροέδρους το πολύ μεταξύ των τριών αρχαιοτέρων για το αντίστοιχο αξίωμα.

β) Η δημιουργία ενός νέου Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία έχει συζητηθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια από τους ειδικούς, αποτελεί ένα εγχείρημα δύσκολο, σύνθετο και συνεπώς αμφίβολης επιτυχίας στο άμεσο μέλλον. Ένα νέο Σύνταγμα θα μπορούσε όμως να αξιοποιήσει τον υφιστάμενο θεσμό του Ανωτάτου Ειδικού Διακστηρίου, το οποίο θα ήταν δυνατόν υπό μια ευρύτερη σύνθεση να δικάζει και υποθέσεις συνταγματικότητας των νόμων.

Μια νέα Ελληνική Πολιτεία, εκτός από αποτελεσματική και δημοκρατική, οφείλει να είναι και δίκαιη. Στην εποχή της ελευθερίας της πληροφόρησης και της παγκόσμιας συνέγερσης των πολιτών κατά της διαφθοράς, δεν μπορεί καμίας μορφής εξουσία να κυβερνήσει αποτελσεματικά ή για πολύ καιρό, όταν χάσει την ηθική της νομιμοποίηση.

Τόσον ο αναχρονιστικός και συντεχνιακός πλέον θεσμός της βουλευτικής ασυλίας για αδικήματα που ουδεμία σχέση έχουν με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων όσον και ο ρόλος της Βουλής ως υπέρτατου κριτή των μελών της, ως και των μελών της Κυβέρνησης, πρέπει να καταργηθούν άμεσα. Το περίφημο άρθρο 86 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο προβλέπει συντομότατη – σε σχέση με τους λοιπούς πολίτες – παραγραφή των αδικημάτων των μελών της Κυβέρνησης, αποτελεί μια συντεχνιακού χαρακτήρα συνταγματική ρύθμιση, η οποία δεν αρμόζει σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου και εκθέτει διεθνώς την πατρίδα μας αφού την εμφανίζει ως χώρα τριτοκοσμική.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν ήταν στις προθέσεις μου ούτε στην εντολή που είχα από τους οργανωτές της αποψινής εκδήλωσης να επιχειρήσω μια ομιλία σχετικά με την αναγκαιότητα αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος και την έκταση που αυτή πρέπει να προσλάβει. Σκοπός μου ήταν να εκθέσω ορισμένες σκέψεις, αυτονόητα απολύτως προσωπικές, ως προς το τι θα έπρεπε να αλλάξει στο Σύνταγμα της χώρας ενόψει της βαθειάς και πολυεπίπεδης κρίσης, την οποία διέρχεται σήμερα η πατρίδα μας.

Βέβαια, δεν μπορεί να περιμένει κανείς από μια τέτοια εκδήλωση – όσο ενδιαφέρουσα και αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται – ότι θα δώσει, στα πολυποίκιλα προβλήματα που απασχολούν σήμερα τη χώρα μας, όπως και άλλες χώρες της Ευρώπης, λύσεις έτοιμες, άμεσες και αποτελεσματικές. Αν βοηθήσει όμως να αφουγκρασθούμε τις ανησυχίες του απλού πολίτη, να συνειδητοποιήσουμε τα αίτια της κακοδαιμονίας μας και να επισημάνουμε τρόπους διεξόδου από την κρίση, έχει ήδη γίνει ένα βήμα προς την κατεύθυνση αυτή.

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ GREEKLISH

27/01/2011

[Με σκοπό να αποτελέσει  έναυσμα για σχολιασμό  αναδημοσιεύουμε μια παλαιότερη δημόσια τοποθέτηση της Ακαδημίας για το πρόβλημα της χρήσης των greeklish.  Το ΒΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ αποδέχεται τις εν λόγω θέσεις.]

 

Διακήρυξη των μελών της Ακαδημίας εναντίον κάθε προσπάθειας για την αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου από το λατινικό

 Τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να εκδηλώνεται μια τάση να αντικατασταθεί το ελληνικό αλφάβητο από το λατινικό. Η τάση αυτή γίνεται φανερή κυρίως σε κείμενα παραγόμενα από ηλεκτρονικούς υπολογιστές – με χρήστες κρατικές υπηρεσίες ακόμη και Α.Ε.Ι. – σε κείμενα προβαλλόμενα από την τηλεόραση αλλά και από σχετικές προτροπές ξένων ραδιοφωνικών σταθμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η προσπάθεια αυτή, η οποία θα καταφέρει καίριο πλήγμα κατά της ελληνικής σκέψης και όλων των πτυχών του ελληνικού πολιτισμού που εκφράζονται με γραπτά κείμενα, αλλά και των γένει ανθρωπιστικών σπουδών.

Η γλώσσα μας η αρχαιότατη αλλά πάντα σύγχρονη και ζώσα, αυτή η γλώσσα που εμπλούτισε όχι μόνο τη λατινική, αλλά και τις κυριώτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, που έχει και οπτικά συνδεθεί άρρηκτα με το αλφάβητό της, δεν είναι δυνατό να υποστεί μείωση με την κατάργησή του από εμάς τους ίδιους. Είναι αδιανόητο να δεχθούμε ως Έλληνες την μεταμφίεση της γραφής μας με την κατάργηση πολλών γραμμάτων της, που δεν πέρασαν στο λατινικό αλφάβητο, και με την αντικατάστασή τους από άλλα υποτίθεται ηχητικώς παραπλήσια γράμματά του.

Όταν άλλοι λαοί, όπως π.χ. Γάλλοι και Ισπανοί μάχονται ως σήμερα να διατηρήσουν μέχρι τη τελευταία τους λεπτομέρεια τον τρόπο γραφής των κειμένων τους με το δικό τους αλφάβητο, εδώ, με την δικαιολογία της δήθεν διευκόλυνσής μας στην παγκόσμια επικοινωνία, επιχειρείται η αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου των 2.500 και πλέον χρόνων με το λατινικό. Ως λαός, που μέσα από το ίδιο αλφάβητο της γλώσσας του μετέδωσε τον πολιτισμό σε όλο τον κόσμο, εμείς οι Έλληνες δεν είναι δυνατόν παρά να αρνούμεθα να εγκαταλείψουμε την ιστορική μας γραφή. Όχι μόνο γιατί αχρηστεύεται ένα από τα θεμελιακά στοιχεία του πολιτισμού μας, αποκόβοντάς μας από τις μέχρι σήμερα εκδηλώσεις του, αλλά και γιατί έτσι αγνοείται η σχέση αλφαβήτου και γλώσσας. Μιας γλώσσας, που ο τρόπος της γραπτής της απόδοσης έμεινε αναλλοίωτος επί ολόκληρες χιλιετίες ως σήμερα.

Θεωρούμε α ν ό σ ι α αλλά και α ν ό η τ η κάθε προσπάθεια να αντικατασταθεί η ελληνική γραφή στο λίκνο της, εφ’ όσον μάλιστα σε άλλες χώρες ανάλογες απόπειρες μεταβολής του τρόπου γραφής – σε μερικές περιπτώσεις πολύ δυσχερέστερης της ελληνικής – προσέκρουσαν στην καθολική και οργισμένη αντίδραση των λαών των χωρών αυτών. Όπως και επί Ενετών, όταν αυτοί στα μέρη που κυριαρχούσαν προσπάθησαν να αντικαταστήσουν στα ελληνικά κείμενα τους ελληνικούς χαρακτήρες με λατινικούς, έτσι και τώρα θα αντισταθούμε, καλώντας όλους τους συνέλληνες ν’ αντιδράσουν για την πρόρριζα εξαφάνιση των ανίερων αυτών σχεδίων.

ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΟΥΝ ΠΑΛΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΛΛΑΞΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ

11/01/2011

     Ακόμη και ισχυροί παράγοντες του πολιτικού μας συστήματος αναφέρονται, πλέον, ευθέως στο ενδεχόμενο αναθεωρήσεως του Συντάγματος.  Ο κ. Σαμαράς εξήγγειλε επίσημα την 19/11/2010 ότι «θα προτείνει γενναία αναθεώρηση του Συντάγματος καθώς θεωρεί ότι η επόμενη Βουλή οφείλει και πρέπει να είναι αναθεωρητική». Από την ειδησεογραφία προκύπτει ότι σε αυτό έχει ήδη συμφωνήσει και ο Πρωθυπουργός.

     Ορισμένοι πάντως βουλευτές έφτασαν μάλιστα να ομιλούν δημόσια ακόμη και για την ανάγκη σύγκλησης Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως! Μετά τον κ. Σκανδαλίδη (ασφαλώς πριν υπουργοποιηθεί) τώρα και ο βουλευτής κ. Μ. Κεφαλογιάννης (πρώην υπουργός της ΝΔ) τάχθηκε πρόσφατα σε συνέντευξή του στην τηλεόραση της  ΝΕΤ  υπέρ της σύγκλησης Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως!  Ακόμη και ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος τυγχάνει και συνταγματολόγος, απαντώντας τον περασμένο Μάρτιο σε ερώτηση του γραμματέα του ΠΣ των ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ, σε συνέδριο του Ιδρύματος Δ. Τσάτσου, δεν απέρριψε το ενδεχόμενο αλλαγής του πολιτεύματος. Βεβαίως, στο παρελθόν, το είχε αρνηθεί κατηγορηματικώς, επικαλούμενος τα άρθρα του Συντάγματος περί μη αναθεωρητέων διατάξεων.

 

     Το ΒΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ πιστεύει ότι οι δηλώσεις αυτές, πέραν του ότι αποβλέπουν στον αποπροσανατολισμό και στην εκτόνωση, αποτελούν έκφραση δύο παραλλήλων και διασταυρουμένων συμπτωμάτων εντός του πολιτικού συστήματος:

• από την μια πλευρά καταδεικνύουν την αδυναμία του συστήματος να απαντήσει με επάρκεια στα προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε και που η κρίση ανέδειξε με οξύτητα, γεγονός που έχει προκαλέσει πανικό και σύγχυση, με αποτέλεσμα το ίδιο το σύστημα να εξετάζει και να διακινεί οποιαδήποτε πιθανή λύση, έστω κι αν οι επιπτώσεις των εν λόγω λύσεων δεν είναι πλήρως αντιληπτές από όσους εκφράζουν τέτοιες απόψεις.  Είναι προφανές ότι μια διαδικασία σύγκλησης Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως θα αποτελέσει κόλαφο για τα στελέχη του παρόντος πολιτικού συστήματος.

• από την άλλη πλευρά καταδεικνύουν ότι τα μέλη του σκληρού πυρήνα του συστήματος (περίπτωση κ. Βενιζέλου) αντιλαμβάνονται ότι η απλή διαχείριση της κρίσεως είναι αδύνατη, αφ’ ενός λόγω ελλείψεως πολιτικών προτάσεων και αφ’ ετέρου λόγω εξαντλήσεως του οπλοστασίου των ιδεολογικών συμβολισμών και της επικοινωνιακής πολιτικής, ο συνδυασμός των οποίων καλύπτει τα τελευταία 30 χρόνια την φαυλότητα και την ανικανότητα του συστήματος.  Γι’ αυτό επιλέγουν να προωθήσουν μια δήθεν «γενναία» αναθεώρηση του πολιτικού συστήματος, κατά τρόπο όμως που ουσιαστικώς να μην αλλάξει απολύτως τίποτα στις  πραγματικές δομές της εξουσίας και, κυρίως, να μην θιγεί ο σκληρός πυρήνας του πολιτικού προσωπικού. Άρα και ο συσχετισμός συμφερόντων που αυτό εκφράζει: την διαπλοκή διαφόρων  επιπέδων και αποχρώσεων.

 

     Από την σχετική ειδησεογραφία προκύπτει ότι η αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων θα προβλέπει  μεταξύ άλλων :

•  κάποιες αλλαγές στη δομή της Κυβέρνησης και στην σύνθεσή της (μείωση υπουργείων, κλπ),

• τον δήθεν αυστηρό έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων σύμφωνα με πρόσφατη πρόταση Βενιζέλου, με απώτερο όμως σκοπό την πλήρη «κρατικοποίηση» των κομμάτων,

•  την αλλαγή του τρόπου εκλογής των βουλευτών με την παράλληλη μείωση του αριθμού των.

     Οι σχεδιαζόμενες αλλαγές, βεβαίως,  σκοπεύουν στον εξωραϊσμό της εικόνας του σημερινού πολιτικού συστήματος στα μάτια όσων παρακολουθούν την χρεωκοπία του.    Αντίθετα, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι να δημιουργήσουν ένα ακόμη πιο  πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα εξουσίας, αφού ο έλεγχος των κοινοβουλευτικών ομάδων θα καταστεί ακόμη πιο εύκολος.  Επιπροσθέτως να απαξιωθεί ακόμη περισσότερο η Βουλή τόσο μέσω του ελέγχου των βουλευτών από τις ηγεσίες των κομμάτων (άρα και της μετατροπής των βουλευτών σε άβουλους επικυρωτές των κυβερνητικών αποφάσεων) όσο και μέσω της μείωσης του αριθμού των βουλευτών (που φαίνεται ότι αντιβαίνει ευθέως την αρχή της αντιπροσωπευτικότητος).  Έτσι θα μειωθούν στο ελάχιστο οι ήδη χαμηλής ποιότητας λειτουργίες του κοινοβουλευτικού ελέγχου, δεδομένου ότι δεν διαφαίνεται πρόθεση να θεσπισθούν διαδικασίες αξιολογικής κρίσεως κατά την επιλογή των υποψηφίων βουλευτών για να ανέβει το ήδη αρκετά χαμηλό επίπεδο των βουλευτών.   Από την άλλη, η μείωση του προϋπολογισμού λειτουργίας της Βουλής μπορεί κάλλιστα να επιτευχθεί με άλλους τρόπους πλην της σχεδιαζόμενης μείωσης του αριθμού των βουλευτών.

 

     Η διαμόρφωση ενός «κλίματος» για κάποιες συνταγματικές αλλαγές είναι ένα παρελκυστικό τέχνασμα εκ μέρους των ισχυρών παραγόντων του πολιτικού μας συστήματος.  Αποσκοπεί ευθέως στην απαξίωση του δημοσίου διαλόγου για την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου Συντάγματος που θα κατοχυρώνει την πλήρη διάκριση των εξουσιών μέσω ενός πολιτεύματος Προεδρικής Δημοκρατίας και μέσω της ενισχύσεως της λαϊκής κυριαρχίας με θεσμοθέτηση λαϊκής πρωτοβουλίας για δημοψηφίσματα και νομοσχέδια.  Φαίνεται ότι ο εν λόγω δημόσιος διάλογος έχει αρχίσει να τους ανησυχεί, επειδή διευρύνεται αργά αλλά σταθερά.

     Προς το παρόν, δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω.  Περισσότερα επί του θέματος αλλά και –κυρίως- επί των προτάσεων του ΒΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ για την σύγκληση της Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως, θα παρουσιασθούν στις εκδηλώσεις μας, το πρόγραμμα των οποίων θα ανακοινωθεί εντός των επομένων ημερών.

 

Η γραμματεία της Επιτροπής Πρωτοβουλίας

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ: ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, ΜΠΟΥΡΑΝΤΑΣ, ΣΤΑΘΑΚΗΣ

07/01/2011

Στις 19/11/2010 ο δημοσιογράφος κ. Γ. Σαχίνης συζήτησε με τους Παναγιώτη Γεννηματά, Δημήτρη Μπουραντά και  Γιώργο Σταθάκη, στο κανάλι «Kρήτη ΤV» στην εκπομπή «Αντιθέσεις»  με θέμα:  «Οικονομική κρίση, υπάρχει ελπίδα;»

 

Επειδή κατά τη διάρκεια της συζήτησης προβάλλεται συνεχώς από τους ομιλητές η ανάγκη της ριζικής πολιτικής μεταρρύθμισης,  την αναδημοσιεύουμε με σκοπό να αποτελέσει  έναυσμα για σχολιασμό.   Το  ΒΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ δεν αποδέχεται απαραιτήτως τις απόψεις των ομιλητών.

 

Δείτε όλη την συζήτηση στον σύνδεσμο:

http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Κοινωνία-Ανθρωπολογία-Οικονομικά/videos/2596-Οικονομική-κρίση-Μπουραντάς-Γενημματάς-Σταθάκης.html

πηγή:  antifono.gr