Skip to content

ΟΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΡΙΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΜΕΣΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ [ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ]

14/03/2011

     Με πρωτοβουλία του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011 στο αμφιθέατρο της Τραπέζης της Ελλάδος επίκαιρη και κρίσιμη συζήτηση για την αναγκαιότητα ριζικής και άμεσης αναθεωρήσεως του Συντάγματος, ως προϋπoθέσεως εξόδου από την βαθειά κρίση την οποία βιώνουμε -οικονομική, πολιτική και πολιτισμική. Της συζήτησης προήδρευσαν οι αξιότιμοι κ.κ. Πρόεδροι του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρέστησαν δε πολιτικά πρόσωπα και εκπρόσωποι του νομικού κόσμου, καθώς και ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, καθηγητής  κ. Προβόπουλος και η Υποδιοικητής του ιδίου οργανισμού, καθηγήτρια κα Λουρή.

     Κοινή διαπίστωση των έγκριτων προσκεκλημένων εισηγητών (κ.κ. Σπύρου Νικολάου, Συμβούλου Επικρατείας ε.τ., καθηγητού κ. Απόστολου Γεωργιάδη, Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών, καθηγητού κ. Χρήστου Γιανναρά, και κ. Χάρη Οικονομόπουλου, προέδρου του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου) αποτελεί η παραδοχή ανυπαρξίας πραγματικού και ουσιαστικού κωλύματος αμέσου αναθεωρήσεως του συνόλου των άρθρων του Συντάγματος με μόνη –αυτονόητη- υποχρέωση την τήρηση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

     Περαιτέρω και επιπροσθέτως, η εισήγηση του προέδρου του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου κ. Χάρη Οικονομόπουλου, έγκριτου νομικού, εξέπληξε ευχάριστα τα μέλη της παρισταμένης αντιπροσωπείας του ΒΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, καθ’ ότι εμπεριείχε το σύνολο των προτάσεων που περιέχονται στην ιδρυτική διακήρυξη του ΒΗΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ενώ παρέθεσε με τρόπο σαφή προτάσεις στέρεες νομικώς και πολιτικώς τελεσφόρες ως προς τη διαδικασία εφαρμογής της συνολικής αναθεωρήσεως με σκοπό την εισαγωγή πολιτεύματος βασιζόμενου στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, της πραγματικής ισονομίας και της διαφάνειας, αλλά και διατάξεων για την πραγματική προστασία του περιβάλλοντος και την γενναία ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας, ώστε να εξέλθει η χώρα από την κρίση κατά τρόπο οριστικό και μη αναστρέψιμο. 

     Με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση αναδημοσιεύουμε τις τέσσερις εισηγήσεις. Ευελπιστούμε η πρωτοβουλία, η οποία ξεκίνησε με την εκδήλωση αυτή, να έχει άμεση συνέχεια και να θέσει σε νέες ουσιαστικές βάσεις τον πολιτικό διάλογο στη χώρα μας. Το ΒΗΜΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ θα ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση αναπτύσσοντας κάθε απαραίτητη συνεργασία και συμμετέχοντας σε κάθε ανάλογη πρωτοβουλία.  

 Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ κ. ΧΑΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ:   Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Μια κρίση δεν είναι, μεν, ο καλύτερος σύμβουλος σε μια συζήτηση τόσο σοβαρή όσο αυτή για το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα δεν πρόκειται, από μόνο του, να προσφέρει ασφάλεια, να πληρώσει το χρέος, να μας κάνει καλύτερους.  Εάν, όμως, δεν αλλάξει δεν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε ριζικά τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζει η πατρίδα, δηλαδή όλοι μας.

Δυστυχώς,  παρά τις 153 τροπολογίες της τελευταίας στιγμής που ενσωματώθηκαν στο Κυβερνητικό Σχέδιο για λόγους δημοκρατικότητας, ένα ισορροπημένο και σύγχρονο, για την εποχή του, Σύνταγμα του 1975  έγινε περιπτωσιολογικό και φλύαρο, ενώ θα έπρεπε να παραμένει Σύνταγμα Αρχών, λιτό, χρηστικό και ανοικτό στο μέλλον.  Για να κυβερνηθεί αποτελεσματικά η χώρα, πιστεύω ότι χρειάζεται αναθεώρηση ακόμη και ορισμένων Μη Αναθεωρητέων Διατάξεων. Η αναθεώρηση αυτή δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με δημοψήφισμα.

Δεν μπορεί οι επιλογές της Βουλής του 1975 περί «Μη Αναθεωρητέων Διατάξεων» να δεσμεύουν κάθε Βουλή, εσαεί και επ’ άπειρον. Και δεν μπορούμε να ακούμε ότι μόνο με πραξικόπημα μπορούν να αλλάζουν κάποια πράγματα. Μια τέτοια άποψη δεν χωράει στην ουσία της Δημοκρατίας. 

Το δημοψήφισμα είναι υπέρτατο εργαλείο έκφρασης της λαικής κυριαρχίας. Θυμηθείτε πόσα χρόνια δεν έχετε συμμετάσχει σε τέτοιο.

Eίναι φανερό απ’ τους προλαλήσαντες ότι, οι ισχυρισμοί για την ανυπέρβλητη, δήθεν, αδυναμία αλλαγής του ισχύοντος Συντάγματος και από την παρούσα ακόμη Βουλή, κινούνται στα όρια του νομικού ευσεβισμού. Σε αντίθεση όμως με την θεωρία περί «Μείζονος Αγαθού».

 SALUS POPULIS, SUPREMA LEGE ESTO!

 TO  ΠΑΛΛΑΪΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ TOY 1974 HTAN H ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ.

ΤΟ ΠΑΛΛΑΪΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ 2011 ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ, Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ.  Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, Η ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ.

Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΔΕΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ  ΜΕ  ΦΑΡΜΑΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΟΥΚΛΑ ΕΠΕΙΔΗ, ΑΠΛΩΣ, ΑΥΤΑ ΕΤΥΧΕ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΣΤΟ ΝΤΟΥΛΑΠΙ…

ΠΡΟΤΑΣΗ:  O ΑΣΦΑΛΕΣΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ  ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ, ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΠΟΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΥΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ.

ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ ΠΡΟΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΩΣ ΑΜΕΣΕΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ.

ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΟΣΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΡΙΘΟΥΝ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΟΥΝ.

«O ΤΡΩΣΑΣ ΚΑΙ ΙΑΣΕΤΑΙ». ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΕΑΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΥΨΙΣΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ, ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ,  ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΙΚΥΡΩΘΟΥΝ ΜΕ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ.

ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ, ΑΥΤΗ, Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΒΟΥΛΗ – Ή ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΙΔΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΕΚΛΕΓΕΙ – ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΝΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΕΙ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ  ΘΕΣΜΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΠΟΥ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΑΓΕΙ ΠΡΟΣ ΚΥΡΩΣΗ ΜΕ ΝΕΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ, ΣΕ ΣΥΝΤΟΜΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΟΡΙΣΤΕΙ.

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ:   ΘΕΩΡΩ, ΟΠΩΣ ΕΙΠΑ, ΩΣ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥΣ ΒΑΣΙΚΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ  ΜΙΑΣ ΑΜΕΣΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ.

ΣΚΟΠΟΣ ΠΡΩΤΟΣ:  H ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΗ Η ΧΩΡΑ ΝΑ ΚΥΒΕΡΝATAI ΓΙΑ ΕΠΑΡΚΕΣ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΜΕΝ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ Ή ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ ΔΕ. ΠΡΕΠΕΙ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΝΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΕΝΑΝ Ή ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΠΟΥ, ΣΥΧΝΑ, ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΝ/ΥΠΟΧΡΕΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΩΘΗΣΟΥΝ ΤΟΠΙΚΕΣ Ή ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΗΣΣΟΝΟΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ.  ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΟΥΤΕ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΑ ΕΚΒΙΑΖΕΙ ΜΕ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΘΕ ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ, ΟΥΤΕ Η ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΝΑ ΖΗΤΑΕΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΘΕ ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟ, ΟΥΤΕ ΚΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΝΑ ΣΥΖΗΤΑ ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΚΑΘΕ ΕΚΛΟΓΗΣ. ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΣΤΑΘΕΙΑ, ΥΠΟΝΟΜΕΥΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΒΛΑΠΤΟΥΝ ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ:

1.Α. ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΕΝΤΑΕΤΟΥΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΜΕ ΒΟΥΛΗ ΤΕΤΡΑΕΤΟΥΣ ΘΗΤΕΙΑΣ. ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΑΥΤΟ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ. ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΤΟΥ κ. ΚΑΡΟΛΟΥ ΠΑΠΟΥΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ 4ΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.

1.Β. ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ. ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΟΣ.

1.Γ. ΚΩΛΥΜΜΑ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΥΠΗΡΕΤΗΣΑΝ.

1.Δ. ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΘΗΤΕΙΑΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΙΡΕΤΟ ΑΞΙΩΜΑ.

2.  ΣΚΟΠΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ:   HΘΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ – ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ.                                                          

Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΗΘΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΚΑΘΕ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ.  ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ:

2.Α. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ -ΟΧΙ ΑΛΛΑΓΗ- ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 86 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

2.Β. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΑΣΥΛΙΑΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗΣ ΔΥΣΦΗΜΙΣΗΣ Ή ΤΗΣ ΕΞΥΒΡΙΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΩΝ BΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ.

 3.  ΣΚΟΠΟΣ ΤΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΑΜΕΣΟΣ:   H ΑNAΠΤΥΞΗ

H ΕΛΛΑΔΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΕΙ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΕΑΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ, ΕΑΝ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΤΙ ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ.  ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ:

3.Α.     ΔΙΕΘΝΩΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ANΩΤΑΤΟ  ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΑΝ ΑΥΤΗ Η – ΥΠΟ ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ – ΑΠΛΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΙΣΧΥΣΕΙ, ΚΑΤ΄ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΔΕΚΑ ΕΤΩΝ.  ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ.

3.Β.     ΣΥΝΤΟΜΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ Ή ΜΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ Ή ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ.

3.Γ.      ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΜΕ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΧΡΗΣΕΩΝ ΓΗΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗΣ/ΜΙΣΘΩΣΗΣ/ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ, ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥΣ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ. ΕΦΟΣΟΝ ΖΗΤΗΘΕΙ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ, ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΕΚΘΕΣΩ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ.

ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΔΕΙΝΩΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΙΓΑΝΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.  ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΘΜΟ ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΗ ΣΧΕΣΗ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ.  ΤΟ ΝΑ ΠΡΟΣΔΟΚΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΝΑ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΠΟΙΩΝ ΤΟ 1940, ΟΤΙ ΤΟ ΝΑΖΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΗΝ ΑΠΟΝΑΖΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΙ.   ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ, ΜΑΚΑΡΙ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. ΕΑΝ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΝ, ΠΟΥ ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΝ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΝΕΝΝΟΗΘΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΥΤΑ ΤΟΥ 1909. ΟΜΩΣ, ΜΟΝΟΣ  ΣΤΡΑΤΟΣ  ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΟΣΩΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ.  ΟΣΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ.  ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΙ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ  ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΟΥΝ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΑΝ ΘΕΛΗΣΟΥΝ, ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΓΙΑ ΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΑΞΙΩΜΑ ΓΙΑ ΠΕΝΤΕ, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΕ ΙΣΧΥ.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ:         

Κυρίες και Κύριοι, χωρίς ηθική νομιμοποίηση, δεν μπορεί να ασκηθεί, δεν γίνεται αποδεκτή καμία εξουσία.  Χωρίς αρχές, δεν νοείται Σύνταγμα, δεν υπάρχει Δημοκρατία.  Το Σύνταγμα κάθε χώρας είναι το νομικό εργαλείο που καταγράφει το Κοινωνικό Συμβόλαιο μιας ιστορικής περιόδου. Η συζήτηση για αυτό φρονώ ότι πρέπει να υπερβεί τον νομικό ευσεβισμό των Μη Αναθεωρητέων Διατάξεων και, με βάση την θεωρία του Μείζονος Αγαθού, να επικεντρωθεί  στο μέλλον της χώρας και του Ελληνισμού.

Η  Ελλάδα ως τόπος κατέχει πολιτιστικά, γεωπολιτικά, κλιματικά και αισθητικά περιουσία που δεν μπορεί ούτε να δημιουργηθεί, ούτε να αγοραστεί.  Η περιουσία αυτή μπορεί βέβαια, γρήγορα και εύκολα όπως η Ιστορία διδάσκει, να χαθεί, να μειωθεί, να υποθηκευθεί.

Γι’ αυτό να προλάβουμε να αλλάξουμε τα μικρά, σε σχέση με το πώς αυτό το δώρο Θεού σχηματίστηκε και το τί περιέχει. Ώστε όχι μόνο να αποφύγουμε την κοινωνική έκρηξη αλλά και αυτή η γενιά να ζήσει και να απολαύσει τη νέα χώρα.

Οι έκτακτες περιστάσεις απαιτούν έκτακτα μέτρα. Το πολίτευμα έχει, ούτως ή άλλως, εξελιχθεί, αν και αμιγώς πρωθυπουργικό, σε αναποτελεσματικό. Ας αξιοποιήσουμε την ανάγκη αλλαγής του σε προεδρικό και ας κάνουμε τώρα αυτά που όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει και αρκούν να γίνουν για να βάλουμε τέρμα στην ελεεινή παρένθεση που οι παππούδες, οι γονείς και όλοι εμείς, σε ελάχιστες δεκαετίες, καταφέραμε να «δημιουργήσουμε».

Τί μεγαλύτερο κίνητρο για επενδύσεις από την αντίληψη της ασημαντότητας αυτών των αντικινήτρων μπροστά στα κίνητρα που επιχείρησα να καταγράψω;

Τί μεγαλύτερο κίνητρο ώστε, επιτέλους, ΝΑ ΣΥΝΕΝΝΟΗΘΟΥΜΕ.   ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΛΠΙΔΕΣ.  

ΔΕΝ ΤΙΣ ΕΧΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΚΟΜΜΑΤΑ.

ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ ΠΕΡΝΑΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ.

_________________________________________________________

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ κ. ΣΠΥΡΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ:    ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΝ ΣΤΗ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τα Συντάγματα είναι ανθρώπινα δημιουργήματα. Δεν έρχονται από ψηλά από υπερφυσικές δυνάμεις ή αιτίες, ούτε ανακαλύπτονται μέσα στη φύση. Προϊόντα συγκεκριμένων ιστορικών στιγμών και συνδεδεμένα με αξίες, ιδεολογικές αντιλήψεις και πρακτικές ανάγκες μιας κοινωνίας ανθρώπων, που ενώνονται σε ένα αυτοτελές και αυτόνομο σύστημα δικαίου, αντέχουν στον χρόνο και διατηρούνται στο μέτρο που η κοινωνία την οποία εκφράζουν και οργανώνουν “ες διάρκειαν” παραμένει αναλλοίωτη, φυτοζωόντας στο περιθώριο της ιστορικής εξέλιξης, ή στο μέτρο που τα ίδια ανανεώνονται και προσαρμόζονται στα από διάφορες αιτίες μεταβαλλόμενα  κοινωνικοπολιτικά δεδομένα και τις ανάγκες των νεωτέρων εποχών. Την τελευταία αυτή δυνατότητα παρέχει ο θεσμός της αναθεώρησης, που ισχύει σε όλα σχεδόν τα σύγχρονα γραπτά συντάγματα, εξαιρουμένων εκείνων στα οποία ο θεσμός είναι περιττός, δηλ. των περιπτώσεων των ηπίων συνταγμάτων, τα οποία τροποποιούνται κατά την συνήθη νομοθετική διαδικασία, ή στα οποία οι τροποποιήσεις γίνονται από το ίδιο νομοθετικό όργανο, απλώς με μια κάπως αυξημένη πλειοψηφία. Αν θεωρήσουμε ότι τα γραπτά Συντάγματα είναι προϊόντα «επαναστάσεων» με την μέγιστη ευρύτητα του όρου, οι αναθεωρήσεις τους είναι στην ουσία τους μικρές θεσμοθετημένες «επαναστάσεις» που ακριβώς εντάσσονται στο πλαίσιο των συνταγματικών ρυθμίσεων, προκειμένου να αποφευχθεί η εκπνοή του συνολικού Συντάγματος συνεπεία βιαίου συμβάντος, ή η διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής σε καθεστώς μόνιμης κρίσης, που οδηγεί σε μαρασμό και αποσύνθεση ολόκληρη την οργανωμένη σε κράτος κοινωνία, για την οποία πρόκειται. Από την φύση του αυτή, ο θεσμός της συνταγματικής αναθεώρησης συνιστά και αναδεικνύεται σε ένα από τα θεωρητικώς πλέον στασιαζόμενα και πρακτικώς δυσχερώς αντιμετωπίσιμα θέματα του συνταγματικού δικαίου.

Οι δυσχέρειες αυτές εντοπίζονται τόσο στην θεσμοθέτηση της αναθεώρησης δηλ. στην διαρρύθμιση του μηχανισμού και του επιτρεπομένου εύρους των μεταβολών όσο και στην εφαρμογή του θεσμού και την ανταπόκρισή του στις συντελούμενες τεχνικές, οικονομικές, πνευματικές αλλαγές σε εθνικό ή υπερεθνικό, ακόμα και σε παγκόσμιο, επίπεδο. Αυξάνονται δε και καθιστούν προβληματική την λειτουργία του θεσμού όταν το ίδιο το Σύνταγμα ξεφεύγοντας από τον σκοπό και το ουσιαστικό του νόημα καταγίνεται με την ευκαιριακή ή λεπτομερειακή αντιμετώπιση ζητημάτων που από την φύση και την σημασία τους ανήκουν στην σφαίρα δράσης του κοινού νομοθέτη. Με πληθώρα τέτοιων διατάξεων είναι βαρυφορτωμένο και το Ελληνικό Σύνταγμα, με συνέπεια την ανάγκη προσφυγής στην διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος, προκειμένου να καταστούν δυνατές μεταρρυθμίσεις για τις οποίες θα ήταν επαρκής και ίσως πλέον πρόσφορη ή κοινή νομοθετική διαδικασία. Έτσι βλέπουμε να γίνονται αντικείμενο της αναθεωρητικής του Συντάγματος διαδικασίας, θέματα όπως ο ορισμός της εννοίας του δάσους, η επέκταση της μέριμνας του κράτους στις νησιωτικές και ορεινές περιοχές, ή ο κανονισμός της συνθέσεως των ανωτάτων δικαστηρίων που αποφαίνονται περί της συνταγματικότητας ή μή νομοθετικών διατάξεων. Το βασικό πρόβλημα που δημιουργείται με την επέκταση της διαδικασίας της αναθεώρησης σε τέτοια δευτερεύοντα ζητήματα είναι ότι με την συνεχή ανακίνησή τους ή την βεβιασμένη αντιμετώπισή τους, παραβλέπονται ουσιώδη ζητήματα της κρατικής οργάνωσης, της οικονομικής ζωής και αποτελεσματικής λειτουργίας των ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία είτε μένουν στο περιθώριο, είτε αντιμετωπίζονται κατά τρόπο αναχρονιστικό ή απρόσφορο για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών της κοινωνίας. Συνέπεια του φαινομένου αυτού είναι η απαξίωση του πολιτικού συστήματος στην συνείδηση της κοινωνίας, η υποβάθμιση της Βουλής ως κυρίαρχου πολιτικού σώματος, το οποίο περιορίζεται σε απλή επικύρωση των επιλογών της κομματικής ηγεσίας, και η διόγκωση του κράτους σε ένα υπερφυσικό αυτοτροφοδοτούμενο γραφειοκρατικό μηχανισμό αποκλεισμένο από τα μηνύματα και τις ανησυχίες της κοινωνίας.

Στην σημερινή συγκυρία, οι ανησυχίες της κοινωνίας και οι διαπιστούμενες ουσιαστικές ελλείψεις ή απρόσφορες ή και ελαττωματικές ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος, πιέζουν για μια όσο το δυνατόν ταχύτερη προσφυγή στην αναθεωρητική διαδικασία, προκειμένου να αντιμετωπισθούν αφ’ ενός ορισμένες στρεβλώσεις και δυσκαμψίες της κρατικής μηχανής που αποδίδονται στις ιδεοληψίες και αναχρονιστικούς περιορισμούς των ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων και αφ’ ετέρου για να εισαχθούν διατάξεις και ρυθμίσεις που θα επιφέρουν εξυγίανση της δημόσιας πολιτικής ζωής και θα επιτρέψουν στις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της εποχής μας με περισσότερη αισιοδοξία αλλά και μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης. Εκεί νομίζω πως βρίσκεται το κλειδί και η ουσία της σκοπούμενης αναθεώρησης. Γιατί είναι γεγονός ότι το ισχύον Σύνταγμα επέτρεψε μεν την άψογη λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών και την εμπέδωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, πλην όμως δεν απέτρεψε την επέκταση της διαφθοράς στον πολιτικό βίο και στη δημόσια διοίκηση και τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της κοινωνικής ζωής και της οικονομίας από ένα κρατικό μηχανισμό, η λειτουργία του οποίου έχει καταστεί αυτοσκοπός και εξυπηρετεί όχι τα πρόσωπα και τις κοινωνικές ομάδες χάριν των οποίων συνεστήθη και οργανώθηκε, αλλά τα όργανα που τον πλαισιώνουν και και τον κινούν φαινομενικά, ενώ ουσιαστικά του αδρανοποιούν.

Η ανατροπή αυτής της κατάστασης και εμφύσηση μιας νέας δυναμικής που θα επιτρέψει στον ελληνικό λαό ένα καινούργιο ξεκίνημα και μια αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον συνδέεται στενά με μία σοβαρή και ουσιαστική προσπάθεια αναθεώρησης του Συντάγματος. Η αναθεώρηση καθ’ εαυτήν, μπορεί να μην αποτελεί πανάκεια και δεν αρκεί από μόνη της να εξασφαλίσει την ανέφελη πορεία ενός έθνους προς την πρόοδο και την ευημερία, καθίσταται όμως αναγκαία όταν στις υπάρχουσες συνταγματικές διατάξεις και στον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής τους ενυπάρχουν ελλείψεις και στρεβλώσεις, τυφλές απαγορεύσεις, τα αποτελέσματα των οποίων αποδεικνύονται επιβλαβή για την επίτευξη των βασικών σκοπών ενός Δημοκρατικού Συντάγματος που είναι η εγκατάσταση και απρόσκοπτη λειτουργία ενός κράτους δικαίου και η δημιουργία των θετικών προϋποθέσεων για την ανάπτυξη και ευημερία της κοινωνίας των πολιτών. Και αυτό βέβαια γιατί στα Δημοκρατικά Πολιτεύματα το κράτος υφίσταται και λειτουργεί χάριν της κοινωνίας και των πολιτών και όχι αντιστρόφως.

Στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία βρίσκουμε όλες σχεδόν τις βασικές παραλλαγές του επιτρεπτού ή μή και των προβλεπομένων τρόπων αναθεώρησης, από την απόλυτη ανυπαρξία δυνατότητας αναθεώρησης μέχρι την πρόβλεψη διαφόρων μορφών επιτρεπόμενης αναθεώρησης με γενική την κατεύθυνση προς καθιέρωση απλουστέρων τρόπων συνταγματικών μεταβολών. Η σειρά των Ελληνικών συνταγματικών κειμένων μέχρι σήμερα έχει ως ακολούθως :

Α. – Προεπαναστατικά Κείμενα

     1. Χάρτα του Ρήγα.     2. Τα τρία Συντάγματα της Ιονίου Πολιτείας. 

Β. – Τοπικά Πολιτεύματα (1821)

     1. Οργανισμός της Πελοποννήσου.     2. Οργανισμός της Δυτικής Ελλάδος.     3. Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος.

Γ. – Περίοδος Επαναστάσεως

     1. Σύνταγμα («Προσωρινό Πολίτευμα») Επιδαύρου 1.1.1822 (Α΄ Εθνοσυνέλευση)     2. «Νόμος της Επιδαύρου» όπως ονομάστηκε η αναθεώρηση του προηγουμένου από την Συνέλευση του Άστρους (Β΄ Εθνοσυνέλευση 1823).    

3. Σύνταγμα Τροιζήνας (Γ΄ Εθνοσυνέλευση Μαϊου 1827).

4. Πράξη τροποποιητική του αμέσως προηγουμένου (Προσωρινό Πολίτευμα) από 18.1.1828.

5. «Σύνταγμα» Άργους της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης που επικύρωσε την προηγούμενη Πράξη με ορισμένες τροποποιήσεις (Ιούλιος 1829).    

6. Σύνταγμα (Ηγεμονικό) Ναυπλίου (Ε΄ Εθνοσυνέλευση) 15.3.1832 (μη εφαρμοσθέν).

Δ. – Περίοδος Νέου Ελληνικού Κράτους

1. Σύνταγμα 1844 (Α΄ Εθνοσυνέλευση).    

2. Σύνταγμα 1864 (Β΄ Εθνοσυνέλευση).

3. Αναθεώρηση 1911 (της Β΄ Αναθεωρητικής Βουλής).

4. Γ΄ Συντακτική Συνέλευση 1920 (δεν ολοκλήρωσε το έργο της).

5. Δ΄ Εθνοσυνέλευση (1924), (δεν ολοκλήρωσε το έργο της).     Ψήφισμα 30.6.1925.

6. Σύνταγμα 29.9.1925 (τροποποιημένο το Σχέδιο της Τριακονταμελους Επιτροπής).

7. Σύνταγμα 22.9.1926 (Αρχικό κείμενο 30μελούς Επιτροπής).

8. Σύνταγμα 3.6.1927.   

9. Ψήφισμα από 10.10.1935 της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης περί καταργήσεως του Συντάγματος του 1927 και επαναφοράς του Συντάγματος του 1911, συμπληρωθέν με την Δ΄ Συντακτική Πράξη της 14.10.1935 και την Ζ΄ Συντ. Πράξη της 28.10.1935 περί διατηρήσεως ορισμένων διατάξεων του Συντάγματος του 1927.

10. Σύνταγμα 1.1.1952.

11. Συντάγματα Δικτατορίας 1968/1973, μή τεθέντα ουσιαστικώς σε εφαρμογή και μή αναγνωρισθέντα ως γνήσια συνταγματικά κείμενα (Βλ. αγόρευση Δ. Παπασπύρου στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή της 27.3.1975).

12. Επαναφορά Συντάγματος 1952 (1974).

13. Επίλυση μορφής Πολιτεύματος με Δημοψήφισμα (1974).

14. Νέο Σύνταγμα (ως Αναθεώρηση του Συντάγματος) του 1952 της 3.6.1975.

15. Αναθεωρήσεις 1986, 2001 και 2008.

Είναι αξιοσημείωτο από της εξεταζόμενης σήμερα πλευράς των περί αναθεωρήσεως προβλέψεων και ρυθμίσεων, ότι ενώ στο Σχέδιο της “Νέας Πολιτικής Διοικήσεως” του Ρήγα προβλεπόταν ρητά ο θεσμός της αναθεώρησης και μάλιστα με λαϊκή πρωτοβουλία από τοπικές συνελεύσεις (άρθρο 115), τα Συντάγματα της Επαναστάσεως αμέλησαν να αντιμετωπίσουν το θέμα, δεδομένης της ευχερείας συγκλήσεως διαδοχικών Εθνοσυνελεύσεων, εφ’ όσον χρόνο το έθνος ετέλει υπό Επανάσταση, και συνεπώς οι συνελεύσεις του ως επαναστατικές είχαν ταυτόχρονα και συντακτικό χαρακτήρα. Όμως παρ’ όλη την αναμφισβήτητη αλήθεια του εν λόγω χαρακτήρα των διαδοχικών Συνελεύσεων, οι επόμενες Εθνοσυνελεύσεις, εξ ιδίας προαιρέσεως, αναφέροντο στα προηγούμενα Συντάγματα ως βάσεις του συντακτικού τους έργου, εμφανιζόμενου ως “αναθεωρητικού”. Έτσι, στο Β΄ ψήφισμα της Δ΄ εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως ορίζεται ότι η Κυβέρνηση κατά την σύνταξη του σχεδίου του νέου Συντάγματος θέλει συμμορφωθεί με τας αρχάς τας οποίας παρεδέχθησαν αι εν Επιδαύρω και εν Άστρει και εν Τροιζήνι Συνελεύσεις. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι έκτοτε είχε ριζωθεί η αντίληψη περί απολύτου σεβασμού των θεμελιωδών αρχών του ελληνικού συνταγματικού βίου και περί παγίων κοινών ιδεολογικών βάσεων των ελληνικών συνταγμάτων. Απολύτως αυστηρό ήταν και το Σύνταγμα του 1844, καθ’ ό συμβατικού χαρακτήρος. Το ότι δεν προβλέπετο η δυνατότητα αναθεωρήσεως δεν εμπόδισε πάντως την δι’ απλού νόμου του έτους 1857 τροποποίηση του άρθρου 75 που ανεφέρετο στο ύψος της βουλευτικής αποζημιώσεως. Κατά μία άποψη, η αναθεώρηση δεν απεκλείετο εφ’ όσον ήθελε τηρηθεί η βασική προϋπόθεση της συμπράξεως του Βασιλέως. Μετά τα απολύτως αυστηρά Συντάγματα της Επανάστασης και της Συνταγματικής Μοναρχίας του 1844, από το 1864 με το Σύνταγμα της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης εγκαινιάσθηκε μία περίοδος ελεγχόμενης αυστηρότητας, με θέσπιση ειδικών διαδικασιών αναθεώρησης, που καλύπτονται κάτω από το λεγόμενο σύστημα των δύο Βουλών. Το σύστημα αυτό ιδιαιτέρως βεβαρυμένο και χρονοβόρο υπό το Σύνταγμα του 1864, κατέστη λιγώτερο τυπικό και δυσκίνητο με το Σύνταγμα του 1911. Ευνοϊκώτερα προς μία ταχύτερη και ευχερέστερη από την άποψη της απαιτούμενης πλειοψηφίας υπήρξαν τα συνταγματικά Κείμενα του 1952 και του 1975. Από όλες αυτές τις ρυθμίσεις μόνο οι διατάξεις του τελευταίου Συντάγματος έτυχαν πλήρους εφαρμογής και οδήγησαν στις αναθεωρήσεις του 1986, του 2001 και του 2008.

Όλες οι προηγούμενες, και δη οι ουσιαστικές αναθεωρήσεις του 1911, του 1952 και 1975, έγιναν χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων από τα προϊσχύοντα των αναθεωρήσεων αυτών συντάγματα διαδικασιών.  Η τηρηθείσα διαδικασία συνετμήθη ή καθορίστηκε επιτροχάδην AD HOC κατά γενική αποδοχή του πολιτικού κόσμου όπως έγινε κατά την ανάθεση επιψηφήσεως του αναθεωρητικού κειμένου της Επιτροπής του ΞΗ΄ ψηφίσματος από την Βουλή της 9.9.1951, αν και κατά την επακολουθήσασα ψηφοφορία της 18.12.1951 η τότε Αντιπολίτευση απεχώρησε πριν από την ψηφοφορία.

Η γενική αυτή αποτυχία τηρήσεως των θεσπισμένων όρων και διαδικασιών της αναθεώρησης ανταποκρίνεται σε μία πρακτική ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης χρονιζόντων προβλημάτων που σωρεύθηκαν από μή ελεγχόμενα πολιτικώς και νομικώς γεγονότα (πόλεμοι, δικτατορίες κλπ.) αλλά και μία εγγενή δυσπιστία στον θεσμό της αναθεώρησης, τον οποίο έγκυροι νομικοί εκλαμβάνουν ως περιττό και επιβλαβές συνταγματικό βάρος, χωρίς ιδιαίτερη νομική αξία. Είναι γνωστή η επί του προκειμένου θέση του Ν. Ν. Σαριπόλου, του Κυπρίου την καταγωγή μεγαλύτερου Έλληνα συνταγματολόγου του 19ου αιώνα, ο οποίος, αναφερόμενος στο άρθρο 107 του Συντάγματος του 1864, εχαρακτήριζε τούτο ως ουδεμίαν έχον ισχύν καθ’ ό αντικείμενο στην κυριαρχία του Έθνους και στον “ορθό λόγο”, προβάλλων ως βασικό επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατόν η υπό της μονήρους Βουλής δια συναλλαγής ενασκουμένη ολιγαρχική τυραννίς να θελήσει ποτέ να συγκατατεθεί στο να καταλύσει εαυτήν συναινούσα εις την αναθεώρησιν του Συντάγματος (Βλ. Ν. Ν. Σαριπόλου, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Α, 1912, σελ. 41). Αλλά και μετ’ αυτόν, πλείστοι διαπρεπείς νομικοί και πολιτικοί εξέφρασαν παρόμοιες απόψεις, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα της “εκ της περιλαλήτου συναλλαγής επερχόμενης πολιτειακής εξαχρειώσεως” (Βλ. Κ. Βασιλείου, Η Αναθεώρησις του Συντάγματος, 1912, σελ. 9). Αλλά και οι σύγχρονοι συνταγματολόγοι υπογραμμίζουν την χρησιμότητα της πραγματοποίησης συνταγματικών μεταβολών κατά καταστρατήγηση της συνταγματικής νομιμότητας (Βλ. Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, 2005, σελ. 216). Όπως τονίζει και ο Δημήτρης Τσάτσος, όταν το δίκαιο έρχεται αντιμέτωπο με την πολιτική πραγματικότητα, η σύγκρουση μεταξύ τους αναδεικνύει ως νικητή την τελευταία (Βλ. Δημ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Α΄, 1994, σελ. 192).

Πέρα όμως από την πρακτική πλευρά του ζητήματος είναι γεγονός ότι η θεσμοθετημένη κατ’ έκταση και κατ’ ακολουθητέα διαδικασία αναθεώρηση παρουσιάζει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Εφ’ όσον στηρίζεται αποκλειστικώς στην πρόταση της προηγούμενης κοινής Βουλής, η οποία καθορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις και, κατά μία άποψη που έχει βρει ανταπόκριση και στην πρόσφατη αναθεωρητική πρακτική, προσδιορίζει βασικά και το ουσιαστικό περιεχόμενο της νέας ρυθμίσεως, είναι εκ των προτέρων σχεδόν αδύνατο να επεκταθεί σε κρίσιμα βασικά θέματα του πολιτικού βίου της Χώρας και είναι μάλλον απίθανο να επιτύχει ουσιαστικές ρυθμίσεις ανταποκρινόμενες στις απαιτήσεις του μέλλοντος και στα αντικειμενικά δεδομένα των παρουσιαζομένων προβλημάτων. Είναι δύσκολο π.χ. να φανταστούμε Βουλή που θα ψήφιζε την μείωση του αριθμητικού ορίου βουλευτών. Η θεσμοθετημένη αναθεώρηση έχει το μεγάλο προσόν της τυπικής νομιμοποίησης αλλά και το μειονέκτημα της μειωμένης αποτελεσματικότητας. Τούτο απεδείχθη κατά την τελευταία απόπειρα ουσιαστικής αναθεωρήσεως από την Αναθεωρητική Βουλή του 2007 η οποία κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία.

Και οι τρεις μεγάλες αναθεωρήσεις που έγιναν στην Χώρα μας με σημαντική επιτυχία στην ανταπόκρισή τους στις απαιτήσεις των καιρών, δηλαδή οι αναθεωρήσεις του 1911, του 1952 και του 1975 έγιναν κατά παραβίαση της νομικά προβλεπομένης διαδικασίας. Αντίθετα, οι τυπικά έγκυρες αναθεωρήσεις της τελευταίας 25ετίας δεν διακρίθηκαν ούτε για την επέμβασή τους σε καίρια ζητήματα του δημοσίου βίου και της κρατικής οργάνωσης ούτε για την επιτυχή ρύθμιση πολλών από τα ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκαν, κυρίως ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας. Η πλέον επιτυχής από τις τρεις τελευταίες αναθεωρήσεις ήταν η χρονικώς μεσαία η οποία οφείλει την επιτυχία της όχι τόσο στην τήρηση της νόμιμης διαδικασίας αλλά στην επιτευχθείσα κοινή πολιτική βούληση των δύο μεγάλων κομμάτων της Χώρας, πράγμα που σημαίνει ότι το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι τόσο η τήρηση της προβλεπόμενης αναβλητικής προθεσμίας, αλλά η διαμόρφωση ενός συναινετικού κλίματος και κοινής βούλησης του πολιτικού κόσμου για την πραγματοποίηση βασικών μεταρρυθμίσεων, όπως θα ήταν:  α)  Η μείωση του αριθμητικού ορίου των βουλευτών σε 200, β) Η απαγόρευση προώρου διαλύσεως της Βουλής χωρίς να συντρέχει περίπτωση απωλείας της εμπιστοσύνης της προς την Κυβέρνηση. Η συνεχής επιδίωξη της διενεργείας προώρων εκλογών συνιστά ουσιαστικώς άρνηση της λαϊκής ετυμηγορίας, και άλλα.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η σημερινή ελληνική κοινωνία εκφεύγει από τα όρια μιας περιορισμένης αναθεώρησης, αναφερομένης σε λεπτομερειακά ή δευτερεύοντα θέματα της δημόσιας ζωής. Η κοινωνία μας βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολλαπλής κρίσης. Η κρίση που βρίσκουμε όλοι μας δεν είναι μόνο δημοσιονομική και οικονομική, είναι και ηθική και πνευματική. Είναι κρίση θεσμών, νοοτροπίας, παιδείας, σκοπών ζωής, με μία λέξη κρίση ταυτότητας. Για να λήξει χρειάζεται πάνω απ’ όλα η διαμόρφωση κοινής πολιτικής βούλησης. Αν αυτή ξεκινήσει με την ενιαία γραμμή ισχύοντος Συντάγματος το γεγονός αυτό θα αποτελέσει το μεγαλύτερο δώρο προς τον ελληνικό λαό και θα σημαίνει την ανάκτηση της αξιοπιστίας και του κύρους του πολιτικού κόσμου. Η συντόμευση της προθεσμίας της αναθεώρησης μπορεί να στηριχθεί στην ίδια αρχή της συναίνεσης του πολιτικού κόσμου και την αντίληψη της αναγκαίας συνέχειας του αναθεωρητικού έργου σε περίπτωση που η προηγούμενη προσπάθεια ατόνισε και παρέμεινε ημιτελής, Όπως πράγματι συνέβη με την Αναθεωρητική Βουλή του 2007.

[Ο κ. Σπύρος Ι. Νικολάου είναι Σύμβουλος Επικρατείας ε.τ., Δικηγόρος, νομικός συντάκτης του κυβερνητικού προσχεδίου Συντάγματος του 1975, Γεν. Γραμματεύς της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας.]

_________________________________________________________

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ κ. ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ:  ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ;

Δεν είμαι συνταγματολόγος, ούτε καν νομικός. Θα τολμήσω ελάχιστες συντομογραφικές παρατηρήσεις μόνο για τη λογική προφάνεια της ανάγκης να συνταχθεί Σύνταγμα της Eλλάδας καινούργιο, εξ υπαρχής.

Aπό το οθωνικό Σύνταγμα του 1844 ώς σήμερα, τα Συντάγματα της Eλλάδας δεν έχουν ευδιάκριτο χαρακτήρα «κοινωνικού συμβολαίου». H λογική που τα διέπει δεν αποβλέπει σε όρους συλλογικής συνύπαρξης, σχέσεων κοινωνίας, κατασφάλισης κοινωνικών προτεραιοτήτων, δηλαδή λαϊκής κυριαρχίας. Tα Συντάγματα κωδικοποιούν οριοθετήσεις εξουσιών: εξουσίας ατόμων και εξουσίας θεσμών.

Eιδικά από το Σύνταγμα του 1985 και μετά, η λογική της συνταγματικής νομοθεσίας κατατείνει στην όλο και μεγαλύτερη αυτονόμηση της εξουσίας των κομμάτων σε βάρος της λαϊκής κυριαρχίας. Mε μια φαινομενικώς ακραία αλλά ρεαλιστική διατύπωση θα έλεγε κανείς ότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, τείνει συνεχώς να υποκατασταθεί από το διαστροφικό φαινόμενο της κομματοκρατίας.

Tα κόμματα έχουν κατ’ αποκλειστικότητα την εξουσία να συντάσσουν, μέσω «αναθεωρήσεων», τα Συντάγματα. H προκήρυξη εκλογών για «αναθεωρητική Bουλή» δεν προσθέτει τον παραμικρό κοινωνικό έλεγχο στις αυτονομημένες εξουσίες των κομμάτων. Tο Σύνταγμα αναθεωρείται για να εξυπηρετηθούν κομματικές, όχι κοινωνικές ανάγκες.

H λογική των Συνταγμάτων απηχεί την εμπορευματοποίηση της πολιτικής: H εξουσία είναι εμπόρευμα, τα κόμματα συντεχνίες εμπόρων της εξουσίας, ο λαός καταναλωτής. Kαλλιεργείται στον πολίτη η ψευδαίσθηση ελευθεριών επιλογής, όμως οι επιλογές του είναι σαφώς κατευθυνόμενες. H «δημοκρατία» καταλήγει να είναι ό,τι ακριβώς και το μάρκετινγκ: ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Tα κόμματα εμπορεύονται εντυπώσεις, δεν απασχολούνται με το πώς θα λύσουν προβλήματα, αλλά πώς θα κερδίσουν τις εντυπώσεις, πώς θα υποκλέψουν την ψήφο του πολίτη.

Oι πολίτες ούτε εκλέγουν ούτε ελέγχουν την εξουσία. Eκλέγουν την εξουσία τρεις παράγοντες: O μάγειρος του εκάστοτε εκλογικού νόμου, οι κομματικοί αρχηγοί που καταρτίζουν τα ψηφοδέλτια και οι κεφαλαιούχοι που χρηματοδοτούν την προεκλογική διαφήμιση των κομμάτων. Mελέτες αγοράς βεβαιώνουν ότι ένα κρίσιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα ποσοστό των ψηφοφόρων ψηφίζει χωρίς αξιολογικά κριτήρια, χωρίς λογικό ειρμό, μόνο με ψυχολογικές παρορμήσεις, επιδερμικές εντυπώσεις.

Xρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα, γιατί αυτός ο τρόπος λειτουργίας του κομματικού συστήματος οδήγησε τη χώρα σε διάλυση, χρεοκοπία, διεθνή εξευτελισμό. Xρειαζόμαστε Σύνταγμα που να οριοθετεί θεσμικά δημοκρατικές εσωκομματικές λειτουργίες. Nα αποκλείει πρακτικές εμπορευματοποίησης της πολιτικής και πελατειακής ψηφοθηρίας, να επανασυνδέει το υπούργημα του βουλευτή με την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων του.

Θεωρητικά, τον ρόλο κοινωνικού ελέγχου της εξουσίας τον έχουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ο συνδικαλισμός. Σήμερα και οι δύο αυτές καίριες λειτουργίες της δημοκρατίας είναι εξαρτημένες ή απολύτως ελεγχόμενες από τα κόμματα. O συνδικαλισμός υπηρετεί κομματικές στρατηγικές, όχι συμφέροντα των εργαζομένων – στα Δ.Σ. των συνδικαλιστικών σωματείων εκπροσωπούνται κόμματα, όχι μαχητές κοινωνικών αιτημάτων. Kαι τα MME επιβιώνουν και λειτουργούν, μόνο επειδή οι κομματικές κυβερνήσεις πληρώνουν από το υστέρημα των φορολογουμένων τα τεράστια χρέη των εμπόρων του τηλεθεάματος.

Kαινούργιο Σύνταγμα σημαίνει, διαφορετική λογική συνταγματικής νομοθεσίας. Oριοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που να αποδώσουν τον συνδικαλισμό και τα MME στη διακονία των κοινωνικών αναγκών και στόχων, όχι των κομματικών – συντεχνιακών. Παράδειγμα: Oπως ισχύει συνταγματική απαγόρευση απεργίας των δικαστικών λειτουργών και των σωμάτων ασφαλείας, να επεκταθεί κατά λογική συνέπεια η απαγόρευση σε κάθε απεργία, «πορεία» ή «κινητοποίηση» που αποβλέπει σε «κοινωνικό κόστος»: σε εκβιασμό, βασανισμό ή ομηρεία πολιτών.

H ριζική αλλαγή της λογικής του Συντάγματος προϋποθέτει δημοψηφισματική διασάφηση της σκοποθεσίας του: Nα συνομολογήσουμε οι σημερινοί Eλληνες, κατά πλειοψηφία, τί είδους κοινωνία θέλουμε, ποιές προϋποθέσεις συνύπαρξης επιλέγουμε. Θέλουμε την ελληνικότητα ως κρατική απλώς υπηκοότητα, δηλαδή ως εθνικότητα, ιδεολογική συνιστώσα του έθνους – κράτους, όπως την όριζε η φιλοσοφία του Διαφωτισμού; Mάς αρκεί μια συλλογικότητα «πλουραλιστική», ανεκτική της ακοινωνησίας που επιβάλλει στανικά η επιθετική «διαφορετικότητα», η εκδοχή του ανθρώπου ως καταναλωτικής αποκλειστικά μονάδας; ΄H εκδεχόμαστε και θέλουμε την ελληνικότητα ως πρόταση πολιτισμού, πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, που το ελλαδικό κράτος καλείται να την διαχειριστεί ως ιδιαιτερότητα, ικανή όμως να διακονήσει πανανθρώπινη ανάγκη;

Aπό τη δημοψηφισματική απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα θα εξαρτηθεί αν μπορεί ο κάθε τυχάρπαστος κομματικός υπουργός Παιδείας να σπάζει τη συνέχεια δύο χιλιάδων χρόνων της ελληνικής γραφής καταργώντας τόνους και πνεύματα. Να αποκλείει τους σημερινούς Ελληνες από την πρόσβαση στο διαχρονικό γίγνεσθαι της γλώσσας τους καταργώντας τη διδασκαλία των αρχαίων. Ή να «αποδομεί» την ιστορική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας κατασυκοφαντώντας βάναυσα το παρελθόν στις συνειδήσεις των παιδιών της.

Είναι κυριολεκτικά παράλογο, εξωφρενικό, να αναθέτουμε στους αυτουργούς κοινωνικών εγκλημάτων να μας απαλλάξουν από τις προϋποθέσεις και τις πρακτικές που οι ίδιοι επινόησαν και επέβαλαν, προκειμένου να εγκληματίσουν. Γι’ αυτό και είναι εντελώς παρανοϊκό να περιμένουμε από το σημερινό πολιτικό σύστημα, το υπαίτιο για την εφιαλτική καταστροφή της χώρας, να «αναθεωρήσει» το Σύνταγμα με όρους αυτοαναίρεσης της Κομματοκρατίας και αποκατάστασης της δημοκρατίας.

Περιμένουμε από τον νομικό κόσμο της χώρας, φορέα των ευθυνών της τρίτης στη δημοκρατία εξουσίας, να φωτίσει δυνατότητα εξόδου από το ασφυκτικό αδιέξοδο: Χρειαζόμαστε καινούργιο Σύνταγμα και δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τη σύνταξή του σε πολιτικό προσωπικό που, κατ’ εξακολούθησιν, ευτέλισε τη συνταγματική λογική.

Δώστε μας λύση.

 _________________________________________________________

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ κ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ 

Η βαθιά κρίση –οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική-την οποία διέρχεται τον τελευταίο καιρό η Ελλάδα νομιμοποιεί κάθε σκεπτόμενο Έλληνα να αναρωτηθεί τι πρέπει να γίνει ώστε να μπορέσει η χώρα μας να βγει επί τέλους από αυτόν τον λαβύρινθο της καταχρέωσης, της απαξίωσης, της εθνικής και κοινωνικής μειονεξίας.

Μία τέτοια συζήτηση εύλογο είναι να έλθει και στις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για να επαναθεμελιωθεί μια υγιής κρατική λειτουργία. Αποτελεί κοινό τόπο ότι χρειαζόμαστε ένα Σύνταγμα σύγχρονο και λιτό, με ουσιαστικό στόχο την αποτελεσματική διοίκηση του κράτους από σταθερές κυβερνήσεις με αδιατάρκατη τετραετή θητεία. Το σημερινό καθεστώς, κατά το οποίο ο εκάστοτε πρωθυπουργός μπορεί να επικαλείται -ακόμη και προσχηματικά- «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» (άρθρ. 41 § 2Σ) και να ζητά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών, έχει συμβάλει στην απαξίωση των θεσμών και γενικότερα του πολιτικού συστήματος της χώρας. Η Βουλή πρέπει να συγκροτείται από κόμματα με συνταγματικώς κατοχυρωμένη δημοκρατική λειτουργία και διαφανή χρηματοδότηση. Τα μέλη δε της Βουλής, οι βουλευτές, όχι περισσότεροι των διακοσίων, αφενός δεν θα επιτρέπεται να καθιστούν την πολιτική δραστηριότητα επάγγελμα και αφετέρου θα λογοδοτούν, όταν και όπου απαιτείται, όπως κάθε άλλος πολίτης.

Οι παρατηρήσεις ως προς τις αναγκαίες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις – όποτε αυτές και αν γίνουν – σκόπιμο είναι να αρχίσουν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται μεν στο Σύνταγμα (άρθρ. 30) ως ο «ρυθμιστής του Πολιτεύματος», στην πραγματικότητα όμως είναι αποψιλωμένος από οποιαδήποτε εξουσία και περιορίζεται σήμερα σε καθήκοντα απλώς εκπροσωπευτικά και διακοσμητικά. Η σχετική ρύθμιση του ισχύοντος Συντάγματος έχει στερήσει το Πολίτευμα από τη δυνατότητα του θεσμικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας και έχει οδηγήσει στην εξουδετέρωση ενός πολιτειακού παράγοντα υπερκομματικής κατά τεκμήριο αποδοχής, ο οποίος θα έπρεπε να είναι παράγων σταθερότητας και ισορροπίας. Η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από τον λαό, σε συνδυασμό με την επαναφορά ουσιαστικών ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του, μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αποκατάσταση της ισορροπίας, η οποία απαιτείται για τη χρηστή διοίκηση του Κράτους, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως αυτή την οποία αντιμετωπίζει σήμερα η πατρίδα μας.

Ένα νέο Σύνταγμα επιβάλλεται να περιέχει ρυθμίσεις, με τις οποίες: διευκολύνεται ο άμεσος επανασχεδιασμός της κρατικής λειτουργίας με επίκεντρο τον πολίτη· εξασφαλίζεται ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, η ταχεία ενίσχυση της αειφόρου ανάπτυξης, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και των πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας για την εξάλειψη του δημοσίου χρέους και τον ταχύτερο δυνατό μηδενισμό του ελλείμματος· επιδιώκεται η αποκατάσταση των θυσιών των μισθωτών, των συνταξιούχων και των υπερβολικά βαρυνόμενων φορολογουμένων με την οικοδόμηση ενός κοινωνικού κράτους ασφάλειας και πρόνοιας, που να ανταποκρίνεται στις εύλογες αξιώσεις των πολιτών έναντι της συνεισφοράς τους στο κοινό ταμείο.

Ένα νέο Σύνταγμα θα έπρεπε να καθιστά σαφή προς κάθε κατεύθυνση, τόσον προς τα μέσα όσο και προς τα έξω, τη θέση της Πολιτείας απέναντι στην ανάπτυξη, το επιχειρηματικό κέρδος και την ιδιωτική πρωτοβουλία, ώστε ο επενδυτής –Έλληνας ή αλλοδαπός – να μην αιφνιδιάζεται από τις συνεχείς αλλαγές του σχετικού νομοθετικού καθεστώτος. Παράλληλα πρέπει να εξασφαλίζεται ένα ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα, το οποίο αφενός θα καλλιεργεί εθνική φορολογική συνείδηση και αφετέρου θα ενθαρρύνει ικανούς, παραγωγικούς και δημιουργικούς πολίτες του κόσμου να επιλέξουν τη χώρα μας ως τόπο διαμονής και ως κέντρο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.

Μια από τις βασικές επιδιώξεις αναθεώρησης του Συντάγματος πρέπει να είναι η κατοχύρωση ισχυρής και αποτελεσματικής Δημόσιας Διοίκησης, ενός αγαθού το οποίο η Ελληνική κοινωνία θα μπορέσει να απολαύσει τουλάχιστον μετά από μια περίοδο ωρίμανσης.

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να απελευθερωθεί η νέα γενεά και οι επερχόμενες από τον βραχνά της αποκλειστικά δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η παράγρ. 5 του άρθρου 16 του ισχύοντος Συντάγματος πρέπει ασφαλώς να αναθεωρηθεί και να επιτραπεί άμεσα η λειτουργία και ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφού βεβαίως ληφθεί πρόνοια για τους όρους παροχής άδειας λειτουργίας και για την άσκηση εποπτείας αυτών από ειδική ανεξάρτητη αρχή, ώστε να μην αλωθούν από επιχειρηματικά συμφέροντα. Παράλληλα πρέπει να αποκατασταθεί η ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση των υπαρχόντων Α.Ε.Ι. με βάση εκπαιδευτικά και οικονομικά κριτήρια και όχι κοινωνικά ή συνδικαλιστικά μόρια και ισορροπίες. Τα πανεπιστήμια πρέπει να υπηρετούν αποκλειστικά την αριστεία, την έρευνα και την παραγωγή επιστημόνων με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα. Αυτό δεν μπορεί όμως να επιτευχθεί, εάν προηγουμένως δεν απελευθερωθούν οι ανώτατες σχολές από τα κομματικά δεσμά. Αριστεία και προαγωγή της επιστήμης και της έρευνας δεν μπορούν να επιτευχούν, εάν τα κόμματα δεν αποσύρουν από τα πανεπιστήμια τις νεολαίες τους. Και επειδή ασφαλώς τα κόμματα δεν θα το κάνουν αυτό εκουσίως, πρέπει να εξοπλίσουμε την Πολιτεία με τη δυνατότητα να το επιβάλει. Χωρίς ελεύθερη από κομματικές εξαρτήσεις Ανώτατη Εκπαίδευση δεν θα μπορέσει να υπάρξει ούτε Δημόσια Διοίκηση, ούτε Δικαιοσύνη, ούτε Υγεία, ούτε αειφόρος εγχώρια ανάπτυξη. Οι παλαιότεροι από εμάς αναπολούμε τα χρόνια που το ΕΜΠ εθεωρείτο ισάξιο του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης και που η Ιατρική και η Νομική Σχολή των δύο τότε πανεπιστημίων της χώρας μας ήταν κορυφαίες επιλογές κάθε φιλόδοξου και φιλοπρόοδου νέου Έλληνα.

Ένα νέο Σύνταγμα πρέπει να θέτει τα θεμέλια της εξυγίανσης και του εκσυγχρονισμού του θεσμού της Κοινωνικής Προνοίας και της λειτουργίας ενός ουσιαστικού και αποτελεσματικού Εθνικού Συστήματος Υγείας και Ασφάλισης. Στον τομέα αυτόν έχουμε να ωφεληθούμε πολλά, εάν μελετήσουμε τα συστήματα άλλων χωρών που έχουν αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα, όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία.

Ένα αναθεωρημένο Σύνταγμα πρέπει να προβλέπει και να κατοχυρώνει τη δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων και τη διαφανή (κρατική, ενδεχομένως και ιδιωτική) χρηματοδότησή τους, προβλέποντας αυτεπάγγελτες και ουσιαστικές κυρώσεις, όταν αυτή καταστρατηγείται.

Προκειμένου να προκύψει από τα κόμματα μια αντιπροσωπευτική, ικανή και αποτελεσματική κυβέρνηση, χρειάζεται ένα εκλογικό σύστημα σταθερό, που να μην αλλάζει κάθε φορά ανάλογα με τις επιθυμίες και τις προβλέψεις του κυβερνώντος κόμματος και το οποίο θα περιορίζει τη δουλεία του σταυρού, θα διευκολύνει την εκλογή ικανών και αξίων πολιτικών και θα υποχρεώνει την εναλλαγή των προσώπων σε κάθε αιρετό αξίωμα. Έτσι θα εξασφαλίζεται το υποχρεωτικό και τακτικό αναβάπτισμα των πολιτικών στην παραγωγή και την ελεύθερη οικονομία. Η πολιτική πρέπει επί τέλους να γίνει λειτούργημα και όχι καριέρα. Είναι καιρός, και αυτό το πάλαι ποτέ «κλειστό επάγγελμα» του πολιτικού να πάψει –πέραν από  «κλειστό»–  να είναι και «επάγγελμα».

Το ισχύον Σύνταγμα (άρθρ. 87 § 1) κατοχυρώνει μεν την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, η ανεξαρτησία όμως της Δικαιοσύνης υπονομεύεται συχνά έμμεσα από την εκάστοτε Κυβέρνηση με διάφορες νομοθετικές πρωτοβουλίες του Υπουργού Δικαιοσύνης, που έχουν ως αποτέλεσμα την απορρύθμιση της Δικαιοσύνης και την αναστάτωση των δικαστικών λειτουργών. Ας θυμηθούμε από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν την ευκαιριακή και χωρίς γνώμη του Αρείου Πάγου νομοθετική επέμβαση στη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και των Πειθαρχικών Συμβουλίων· τη διά νόμου αλλαγή του τρόπου επιθεώρησης των δικαστηρίων, προκειμένου να αποχωρήσει ο μη αρεστός στο υπουργείο επικεφαλής της επιθεώρησης· την απόπειρα νομοθετικής τακτοποίησης των ειρηνοδικών με αθρόα ένταξή τους σε θέσεις πρωτοδικών ανεξαρτήτως προσόντων και χωρίς διαδικασία επιλογής, παρά τη ρητή αντίθετη επιταγή του Συντάγματος (άρθρ. 88 § 1)·  τη νομοθετική αναβάθμιση του ρόλου και της επιρροής των «συνδικαλιστών» του δικαστικού σώματος κατά συστηματική αγνόηση των «μη συνεργάσιμων» θεσμικών οργάνων αυτοδιοίκησης της Δικαιοσύνης κ.ά.  Όταν με τον τρόπο αυτόν υπονομεύεται η Δικαιοσύνη, περιέρχεται αυτή σε αδυναμία να εκπληρώσει ικανοποιητικά την ελεγκτική και κυρωτική αποστολή της. Και αυτό δεν συμφέρει κανέναν, ούτε και την ίδια τη Κυβέρνηση. Διότι – όπως έλεγε ο αλησμόνητος Στέφανος Ματθίας – η πολιτική εξουσία είναι διαβατική ενώ η νομιμότητα, την οποία η Δικαιοσύνη είναι ταγμένη να διαφυλάσσει, αποτελεί τη μόνη σταθερή εγγύηση για όλους. Η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει συνεπώς να κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης κατά τέτοιον τρόπο, ώστε φαινόμενα σαν αυτά που προανέφερα να μην είναι πλέον δυνατά.

Στο πλαίσιο αναβάθμισης της ουσιαστικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης πρέπει να εξετασθούν δύο ακόμη θέματα: Ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων και η ανάγκη ιδρύσεως Συνταγματικού Δικαστηρίου.

α) Ουσιαστική ανεξαρτησία της Διακαιοσύνης και επιλογή των προέδρων και αντιπροέδρων των Ανωτάτων Διακστηρίων της σώρας από την εκτελεστική εξουσία δεν συμβιβάζονται. Όσο το σύστημα αυτό εξακολουθεί να ισχύει, η Διακαιοσύνη θα εμφανίζεται ως κηδεμονευόμενη από την εκάστοτε Κυβέρνηση, δηλαδή το κόμμα. Μια από τις δυνατές λύσεις θα ήταν, να επιλέγει η Κυβέρνηση τους προέδρους και αντιπροέδρους το πολύ μεταξύ των τριών αρχαιοτέρων για το αντίστοιχο αξίωμα.

β) Η δημιουργία ενός νέου Συνταγματικού Δικαστηρίου, η οποία έχει συζητηθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια από τους ειδικούς, αποτελεί ένα εγχείρημα δύσκολο, σύνθετο και συνεπώς αμφίβολης επιτυχίας στο άμεσο μέλλον. Ένα νέο Σύνταγμα θα μπορούσε όμως να αξιοποιήσει τον υφιστάμενο θεσμό του Ανωτάτου Ειδικού Διακστηρίου, το οποίο θα ήταν δυνατόν υπό μια ευρύτερη σύνθεση να δικάζει και υποθέσεις συνταγματικότητας των νόμων.

Μια νέα Ελληνική Πολιτεία, εκτός από αποτελεσματική και δημοκρατική, οφείλει να είναι και δίκαιη. Στην εποχή της ελευθερίας της πληροφόρησης και της παγκόσμιας συνέγερσης των πολιτών κατά της διαφθοράς, δεν μπορεί καμίας μορφής εξουσία να κυβερνήσει αποτελσεματικά ή για πολύ καιρό, όταν χάσει την ηθική της νομιμοποίηση.

Τόσον ο αναχρονιστικός και συντεχνιακός πλέον θεσμός της βουλευτικής ασυλίας για αδικήματα που ουδεμία σχέση έχουν με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων όσον και ο ρόλος της Βουλής ως υπέρτατου κριτή των μελών της, ως και των μελών της Κυβέρνησης, πρέπει να καταργηθούν άμεσα. Το περίφημο άρθρο 86 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο προβλέπει συντομότατη – σε σχέση με τους λοιπούς πολίτες – παραγραφή των αδικημάτων των μελών της Κυβέρνησης, αποτελεί μια συντεχνιακού χαρακτήρα συνταγματική ρύθμιση, η οποία δεν αρμόζει σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου και εκθέτει διεθνώς την πατρίδα μας αφού την εμφανίζει ως χώρα τριτοκοσμική.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν ήταν στις προθέσεις μου ούτε στην εντολή που είχα από τους οργανωτές της αποψινής εκδήλωσης να επιχειρήσω μια ομιλία σχετικά με την αναγκαιότητα αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος και την έκταση που αυτή πρέπει να προσλάβει. Σκοπός μου ήταν να εκθέσω ορισμένες σκέψεις, αυτονόητα απολύτως προσωπικές, ως προς το τι θα έπρεπε να αλλάξει στο Σύνταγμα της χώρας ενόψει της βαθειάς και πολυεπίπεδης κρίσης, την οποία διέρχεται σήμερα η πατρίδα μας.

Βέβαια, δεν μπορεί να περιμένει κανείς από μια τέτοια εκδήλωση – όσο ενδιαφέρουσα και αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται – ότι θα δώσει, στα πολυποίκιλα προβλήματα που απασχολούν σήμερα τη χώρα μας, όπως και άλλες χώρες της Ευρώπης, λύσεις έτοιμες, άμεσες και αποτελεσματικές. Αν βοηθήσει όμως να αφουγκρασθούμε τις ανησυχίες του απλού πολίτη, να συνειδητοποιήσουμε τα αίτια της κακοδαιμονίας μας και να επισημάνουμε τρόπους διεξόδου από την κρίση, έχει ήδη γίνει ένα βήμα προς την κατεύθυνση αυτή.

Advertisements
2 Σχόλια leave one →
  1. nikos permalink
    15/03/2011 16:49

    Κάθε μήνα να γίνεται και ένα δημοψήφισμα, αλλοιώς δεν έχουμε σε καμία περίπτωση Δημοκρατία. Στις εκλογές δεν είναι δυνατόν όποιος έχει το 40% να βγαίνει, ανεξάρτητα αν έχει πάει να ψηφίσει μόνον το 10-20% των πολιτών.

  2. Κωστας permalink
    17/03/2011 13:28

    Μερικές απορίες επί της εισήγησης του κ. Χάρη Οικονομόπουλου:
    1. Ποιό είναι το πλεονέκτημα του προεδρικού συστήματος που προτείνει έναντι του υπάρχοντος; Η παρουσία ενός ισχυρού προέδρου δημοκρατίας όλα αυτά τα χρόνια θα είχε αποτρέψει τον κατήφορο της χώρας; Πώς;
    2. Οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις που προτείνει είναι αντικείμενο του Συντάγματος; Δεν θα μπορούσαν να εισαχθούν με νόμους, χωρίς συνταγματική τροποποίηση;
    Συμφωνώ απόλυτα ότι η «ηθική νομιμοποίηση» είναι η ύψιστη προτεραιότητα στην Ελληνική πολιτική σκηνή, και δεν μπορεί παρά να είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα πρέπει να δομηθεί μια νέα Ελληνική πολιτεία.
    Μου προκαλεί, ωστόσο, τεράστια εντύπωση η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην αναγκαιότητα αναδόμησης της δυσλειτουργικής Δικαιοσύνης. Χωρίς ένα αποτελεσματικό σύστημα Δικαιοσύνης είναι αδύνατη τόσο η εξασφάλιση της «ηθικής νομιμοποίησης» των κυβερνώντων, όσο και η προστασία των κανόνων του παιχνιδιού στην κοινωνία ευρύτερα, που τόσο πολύ υποφέρει από την ανομία/πολυνομία όσο και από την de facto ατιμωρησία (κυρίως λόγω των υπερβολικά καθυστερημένων δικαστικών αποφάσεων).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: